Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της – Η βαριά και ασήκωτη παράσταση του ΚΘΒΕ

Ανάμεσα στις τόσες παραστάσεις του ΚΘΒΕ, η Μάνα Κουράγιο μπορεί να περάσει απαρατήρητη, στη σκιά της εμβληματικής Κωνσταντινίδου του Τρίτου Στεφανιού, αλλά εδώ μιλάμε για Μπρέχτ, έναν θεατρικό συγγραφέα που ξέρουν και οι πέτρες… για κάποιον πολύ σοβαρό λόγο.

Μία από τις πέτρες είμαι κι εγώ. Πάντα είχα στο μυαλό μου τον Μπρεχτ ως κλασσικό, αλλά ποτέ δεν είχα ασχοληθεί σοβαρά, ούτε είχα δει κάποια παράσταση βασισμένη σε έργο του. Αυτό άλλαξε με τη Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της, μία ωδή κατά του πολέμου με οδηγό την ιστορία μιας γυναίκας που ο πόλεμος ήταν όλη της η ζωή.

Η Άννα Φίρλινγκ, γνωστή ως Μάνα Κουράγιο, είναι η αντι-ηρωίδα του Μπρεχτ. Μάνα τριών παιδιών από διαφορετικούς πατέρες, είναι μια δαιμόνια εμπόρισσα που κατά τη διάρκεια του τριακονταετούς πολέμου (1618-1648) αγωνίζεται να επιβιώσει η ίδια και τα παιδιά της επιστρατεύοντας κάθε μέσο. Στη διάρκεια των δώδεκα χρόνων, κατά τα οποία διαδραματίζεται το έργο, η Μάνα Κουράγιο ακολουθεί σταθερά τον στρατό με το κάρο της και ζει παρασιτικά από τον πόλεμο. Με έντονο αίσθημα αυτοσυντήρησης και εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα, παμπόνηρη, σκληρή, αθυρόστομη, η Μάνα Κουράγιο παθαίνει όσα αντέχει και δεν αντέχει άνθρωπος.

Η παράσταση δεν έχει και πολύ σχέση με αυτό που έχεις συνηθίσει. Τόσο το κείμενο του Μπεχτ, όσο και η σκηνοθεσία του Σέρβου Νικίτα Μιλιβόγεβιτς προσφέρουν μια εμπειρία που για μένα ήταν μοναδική. Η ορχήστρα που ήταν πίσω πίσω στη σκηνή και έντυνε με μελωδίες όσα συνέβαιναν και δημιουργούσε τους ήχους του περιβάλλοντος με τα όργανα της, ήταν ένα από τα highlight. Φανταστική η στιγμή που βλέπεις όλους τους ηθοποιούς να τσαλακώνουν κομμάτια χαρτιού και να δημιουργούν ήχους βροχής!

Και το κομμάτι της ορχήστρας μου έδειξε η παράσταση ήταν προσεγμένη σε κάθε της λεπτομέρεια, η Λυδία Φωτοπούλου ενσάρκωσε την Μάνα Κουράγιο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δίνοντας το απαραίτητο “σπάσιμο” στην φωνή όταν έπρεπε να μου περάσει τον πόνο που ζούσε, αλλά και την φανταστική ειρωνεία μιας καπάτσας εμπόρισσας.

Νομίζω ότι η Μάνα Κουράγιο είναι ένα σπουδαίο θεατρικό κείμενο που αφορά το ελληνικό κοινό καθώς αντανακλά τη σημερινή κατάσταση της χώρας. Έχω την εντύπωση ότι, δυστυχώς, η Ελλάδα του σήμερα είναι μια Μάνα Κουράγιο. Όπως, εξάλλου, και η Σερβία. Σε πρώτο πλάνο, όμως, δεν βρίσκεται τόσο η ματαιότητα του πολέμου, όσο της απληστίας. Εξάλλου, η απληστία είναι και ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του κόσμου στον οποίο ζούμε. Σημείωμα σκηνοθέτη 

Η Μάνα Κουράγιο ήταν μια βαριά παράσταση. Όταν βγαίνεις από την αίθουσα δεν έχεις ξαλαφρώσει. Το φινάλε σου ξετυλίγει αυτό που υποψιαζόσουν από την αρχή αλλά δεν ήθελες να το πιστέψεις: η ανθρώπινη απληστία μπορεί να ξεπεράσει και το άβατο της αγάπης μιας μάνας για τα παιδιά της. 
Στο τέλος της παράστασης παρατήρησα ότι το χειροκρότημα ήταν λίγο κρύο. Δεν είχε καμία σχέση με τον ενθουσιασμό του κοινού μετά από το Τρίτο Στεφάνι. Ήταν χλιαρό κι αυτό δεν σημαίνει τίποτα για την ποιότητα της παράστασης.
Το σκεφτόμουν στο δρόμο για το σπίτι και κατέληξα στο γεγονός ότι η παντελής έλλειψη Κάθαρσης δημιούργησε ένα ψυχρό κλίμα ανάμεσα στους θεατές. Ήθελες χρόνο να χωνέψεις και να σκεφτείς αυτό που μόλις είδες. Συν το ότι παγκοσμίως η ιδέα της Μάνας ως σύμβολο της απόλυτης αγάπης, είναι τελείως αντίθετη με αυτό που βλέπεις στην παράσταση. Υπάρχει μια σύγκρουση και το κοινό δεν θέλει να ταυτιστεί…
Ένας πιο γνώστης του Θεάτρου, την επόμενη μέρα, μου μίλησε για την Μπρεχτική Αποστασιοποίηση:

“…Tο κοινό δεν καλείται να πέσει μέσα στο μύθο όπως μέσα σε ένα ποτάμι, για να παρασυρθεί άσκοπα πότε δω και πότε κει, πρέπει τα γεγονότα να συνδεθούν έτσι μεταξύ τους ώστε οι κόμποι να είναι φανεροί. Δεν πρέπει τα γεγονότα να περνούν απαρατήρητα το ένα πίσω από το άλλο, μα να μπορεί να παρεμβάλλεται ο θεατής ανάμεσά τους με την κρίση του…”
Όρος που υιοθέτησε ο Μπρεχτ, για να δηλώσει την αντίθεσή του στην αριστοτελική μίμηση και κάθαρση.
Το έργο τέχνης, κατά τον Μπρεχτ δε μιμείται την πραγματικότητα, την σημασιοδοτεί.
Δεν πρέπει να οδηγεί το θεατή «δι’ ελέου και φόβου» στην «των τοιούτων παθημάτων κάθαρση», μέσα δηλαδή από τη συναισθηματική συμμετοχή, τη συμπάθεια, τον οίκτο και το φόβο που του προκαλούν τα πάθη των ηρώων.
Πρέπει να τον αποστασιοποιεί απ’ αυτά τα πάθη, να τον παρακινεί ώστε να τα παρατηρεί με κριτική ματιά.
Κίνητρό του υπήρξε ο σεβασμός που ένιωθε για το κοινό του. Γιατί, σύμφωνα με ένα θαυμαστή του, τον Πήτερ Μπρουκ, αποστασιοποίηση σημαίνει διακοπή, επέμβαση, έντονη προβολή κάποιου πράγματος στο φως και παρακίνηση να το ξανακοιτάξουμε.
“Η αποστασιοποίηση είναι μια πρόκληση, πάνω απ’ όλα, προς το θεατή να δουλεύει μόνος του, κι έτσι να γίνεται όλο και περισσότερο υπεύθυνος στο να δέχεται ό,τι βλέπει”(Μπρουκ).

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών – Θεσσαλονίκη
Έναρξη παραστάσεων: 20/10/2016
Διάρκεια παραστάσεων: 20/10/2016-29/1/2017
Αρέσει σε %d bloggers: