…και όσο αντέξεις: Περι Φιλ(μ)οσοφίας: Βιβλίο ή Σινεμά?

Δύο ποντικοί έχουν τρυπώσει σε ένα βιντεοκλάμπ και μασουλούν ταινίες.
Ο ένας ποντικός ρωτάει τον άλλο: “τί τρως εκεί;”
“Τον κώδικα ΝταΒιντσι”, απαντά.
“Καλή;”, ξαναρωτά.
“Το βιβλίο ήταν καλύτερο”.

Να σου ξανά μπροστά μας το …προαιώνιο ερώτημα: ταινία ή βιβλίο;
Σινεμά ή Λογοτεχνία; Σε αυτό το άρθρο Φιλ(μ)σοφίας, ο Γιώργος Παυλίδης προσπαθεί να απαντήσει στο προαιώνιο ερώτημα, Ταινία ή βιβλίο, που στην τελική δεν είναι ερώτημα που απαντιέται. Η δική μου γνώμη στο τέλος. 

Έχουμε συχνά την τάση να συγκρίνουμε το λογοτεχνικό έργο με την κινηματογραφική του διασκευή.
Το αποτέλεσμα πάντοτε, σχεδόν, είναι μια μικρή ήττα για το σινεμά.

Τί μπορεί να φταίει γι’αυτό;
Νομίζω κατ’ αρχήν αρκετοί δημιουργοί (παραγωγοί) του κινηματογράφου, ελλείψει έμπνευσης και δέσμιοι ανάγκης (οικονομικής) καταφεύγουν κατά συρροή στην εκμετάλλευση του βιβλίου.

Ο απώτερος λόγος είναι μάλλον εμφανής: Η πρότερη γνώση, το οικοδομημένο κοινό.
Στομάχια έτοιμα, που δρουν από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον κινηματογραφικό.

Πόσοι, για παράδειγμα, λέτε να πήγαν στον “Κώδικα ΝταΒιντσι” από κινηματογραφικό ενδιαφέρον, από αγάπη για την τέχνη του κινηματογράφου και πόσοι πήγαν γιατί είχαν ήδη διαβάσει το βιβλίο (η πρότερη γνώση που λέγαμε) και ήθελαν να δουν την ταινία για να καταφύγουν στη συνέχεια στις αναπόφευκτες και τόσο ερεθιστικές συγκρίσεις;

“Το βιβλίο ήταν καλύτερο”, “Ο Τομ Χανκς ήταν υποτονικός”, “Είχα φανταστεί τον πρωταγωνιστή πιο ψηλό” κλπ.

Η Δίκη (Κάφκα), Πόλεμος και ειρήνη (Τολστόι) Περηφάνια και προκατάληψη (Τζέιν Όστιν), Μεγάλες προσδοκίες (Ντίκενς), Οι άθλιοι (Βίκτωρ Ουγκώ), Δόκτωρ Ζιβαγκο (Πάστερνακ), Lolita (Ναμπόκωφ), Το σπίτι των πνευμάτων, Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι, η τριλογία του άρχοντα των δαχτυλιδιών, Ο Χάρρυ Ποτερ, τα βιβλία του Stephen King (Μιζερι, Πράσινο μίλι, Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ, Η λάμψη, και πολλά άλλα), τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι, Το όνομα του ρόδου, 1984, το Άρωμα και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ελάχιστες (συγκριτικά μιλώντας) κινηματογραφικές παραγωγές βασισμένες σε βιβλία διατηρούν την απαραίτητη καλλιτεχνική ακεραιότητα – και παρακάτω θα επιστρέψω στο τι εννοώ μ’ αυτήν.

Ύστερα, ευθύνη για την διατύπωση τέτοιου είδους ερωτημάτων έχουν οι “βιβλιόφιλοι”.
Εντός ή εκτός εισαγωγικών.

Και εισάγω τον διαχωρισμό επειδή καθόλου λίγοι δεν είναι εκείνοι οι περιστασιακοί αναγνώστες, ή οι μονομανείς λογοτεχνικών ειδών, που γνωρίζοντας μάλλον λίγα πράγματα για την τέχνη της λογοτεχνίας, εκφέρουν σχόλια περί καλής η κακής μεταφοράς στο σινεμά.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ελάχιστα γνωρίζουν και για την τέχνη του κινηματογράφου.

Εδώ, αναπόφευκτα, τα βέλη θα κατευθυνθούν προς τους γνήσιους εκείνους λάτρεις της λογοτεχνίας.
Εκείνοι είναι οι αυθεντικοί πληγωμένοι της κινηματογραφικής μεταφοράς.

Εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλύτερα απ’ τους περισσότερους από εμάς τους νόμους που διέπουν ένα λογοτεχνικό έργο, που αισθάνονται (ή διαισθάνονται) με ζηλευτή ευστοχία τα νοήματα ενός βιβλίου, που διαθέτουν αυτό που συνοπτικά προσδιορίζουμε (ολίγον αυθαίρετα, ομολογώ) ως λογοτεχνικό μυαλό και βλέμμα.

Υπάρχει κάμποσος σκεπτικισμός πάνω στο αν και κατά πόσο νομιμοποιείται το Σινεμά να θεωρείται αυτόνομη Τέχνη.
Έχει ιστορία περίπου εκατό χρόνων.

Είναι από τις μαζικότερες τέχνες, (όπως και η μουσική) και αυτή η συχνότατη (άλλοτε και σχεδόν καθημερινή) επαφή μας με τον κινηματογράφο μας κάνει να πιστεύουμε ότι έχουμε αυτονόητο δικαίωμα να μιλάμε για “καλή” ή “κακή” μεταφορά ενός βιβλίου στη μεγάλη οθόνη.

Κι όμως.
Θα αρκούσε μια ανάλογης σοβαρότητας μεθοδολογική, συστηματοποιημένη μελέτη για να δει κανείς πως ένα πλάνο, ναι, είναι τελικά μερικές χιλιάδες λέξεις στο μυαλό του (εκπαιδευμένου) θεατή.

Και μια ταινία έχει εκατοντάδες τέτοια πλάνα (Εδώ έγκειται και η ακεραιότητα που ανέφερα προηγουμένως.)

Αρκεί, λοιπόν, να «διαβάσεις» μία ταινία με την ίδια επιμέλεια (Γι’ αυτό και κάθε σινεφίλ βλέπει και ξαναβλέπει ένα έργο. Δεν είναι μόνο λόξα. Είναι και αστείρευτη πηγή κατανόησης. Και απόλαυσης, φυσικά.)

Η λογοτεχνία έχει την δική της γλώσσα κι ο κινηματογράφος το ίδιο.
Ίσως στο μυαλό μας να έχουμε την άποψη πως η κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου είναι η “μετάφραση” από μια γλώσσα (αυτή της λογοτεχνίας) σε μία άλλη (εκείνη του κινηματογράφου).

Ο Ρόμπερτ Φρόστ είχε πει: “Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση”.
Μπορεί η Τέχνη να είναι μία, αλλά οι γλώσσες της τέχνης είναι πολλές.

Απαιτείται στοιχειώδης γνώση της αλφαβήτας και της προπαίδειας της κάθε γλώσσας, αφενός για να μπορούμε να διαβάζουμε έναν πίνακα ζωγραφικής ή μια ταινία όπως διαβάζουμε ένα βιβλίο, και αφετέρου για να μπορούμε να κάνουμε (αμφιβόλου αξίας) συγκρίσεις ανάμεσα σε ταινίες και βιβλία, μιλώντας για “καλή” ή “κακή” μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στη μεγάλη οθόνη.

Γιώργος Παυλίδης-Filmboy
Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου σαν βιβλιόφιλο. Το προτιμώ πάντα, το απολαμβάνω περισσότερο, δίνω παραπάνω φράγκα στα βιβλία και μου αρέσει να τα συλλέγω. Όμως η σύγκριση ανάμεσα στις δύο αυτές τέχνες πρέπει να γίνεται σε πολύ λίγες περιπτώσεις. Αν ο ίδιος ο σκηνοθέτης θέλει να αποδώσει το βιβλίο αυτό καθ’ εαυτό, τότε μπορεί να κριθεί σε σύγκριση με το βιβλίο. 
Όταν όμως απλά παίρνει το κυρίως σενάριο σαν αρχή και δημιουργεί κάτι δικό του δεν μπορείς να τον συγκρίνεις με κάτι διαφορετικό (το βιβλίο εδώ δεν έχει καμία σχέση με τη ταινία).
Αυτός ο διαχωρισμός πάντως δεν με σταματάει να νευριάζω όταν πάνε και μου αλλάζουν γεγονότα, χωρίς να δουν τι γίνεται ας πούμε στο επόμενο βιβλίο. Καίνε την συνέχεια μόνοι τους. 
Παράδειγμα, η ταινία του  Eragon. Μπορεί να ήταν άθλια, αλλά και να μην ήταν και να προχωρούσε το project, είχαν κάνει πράγματα που θα άλλαζε ότι έγραφε ο συγγραφέας. 
Κάτι τέτοια κάνουν και στο Game of Thrones, αλλά αυτούς τους έχω μια εμπιστοσύνη παραπάνω. 
Άποψη μου λοιπόν, είναι δύσκολο αλλά μες στο μυαλό μας πρέπει να ξεχωρίζουμε το ένα απο το άλλο. Αν απο την άλλη είναι πραγματικά κακές οι ταινίες και σας καταστράφηκαν τα όνειρα σας, δεν πειράζει, κάψτε τον σκηνοθέτη στη πυρά. 
Ο Αλλοδαπός  
Αρέσει σε %d bloggers: