…και όσο αντέξεις: Περι Φιλ(μ)οσοφίας: Funny Games (1997) του Michael Haneke

Στην στήλη Περί Φιλ(μ)οσοφίας, εκτός από τις θεωρητικές αναρτήσεις, μας απασχολούν και κάποιες ταινίες που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον (φιλοσοφικό και όχι μόνο).
Σήμερα το Funny Games, του Μichael Haneke.

Πολλές φορές παρομοιάζουμε την τέχνη με παιχνίδι.
Ένα παιχνίδι έχει κανόνες.


Δεν μπορείς να πιάσεις την μπάλα με το χέρι στο ποδόσφαιρο, εκτός αν είσαι τερματοφύλακας.
Δεν μπορείς να κουνήσεις τα πιόνια στο σκάκι όσα τετράγωνα θες, εκτός αν δεν παίζεις σκάκι.

Έτσι και στην τέχνη υπάρχουν κάποιοι κανόνες (οι όποιοι πάντως ανατρέπονται πολύ πιο εύκολα και συνήθως χωρίς προειδοποίηση).

Στο σινεμά οι κανόνες καθορίζονται από την αρχή, συνήθως με δυο τρόπους.
Όταν πηγαίνεις στο σινεμά για να δεις (για παράδειγμα) μια ταινία δράσης του Χόλυγουντ, ξέρεις εκ των προτέρων τι θα αντικρίσεις: πολλά εφέ, κυνηγητά και καταδιώξεις, καλούς και κακούς, έναν πρωταγωνιστή που συνήθως τα βάζει με όλους και νικήσει, μια όμορφη πρωταγωνίστρια, έναν ερωτισμό ανάμεσα τους.

Αυτή είναι η πρώτη περίπτωση (το είδος της ταινίας καθορίζει τους κανόνες).
Στην δεύτερη περίπτωση η “συμφωνία” ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τους θεατές δεν είναι προκαθορισμένη (δηλαδή ο θεατής δεν περιμένει από πριν να δει κάτι συγκεκριμένο) αλλά συνάπτεται στα πρωταγωνιστή λεπτά της ταινίας μέσα στην αίθουσα.

Σκέπτομαι το “Dogville” του Λαρς φον Τριερ.
Ο σκηνοθέτης σου λέει: Η ταινία δεν θα έχει σκηνικά, θα έχει αυτόν τον ρυθμό, τα πάντα συμβαίνουν σε μια θεατρική σκηνή κλπ.
Εάν δεχτείς την συμφωνία, κάθεσαι και βλέπεις την ταινία, αλλιώς σηκώνεσαι και φεύγεις.

Έτσι παίζεται το παιχνίδι.
Για να παίξεις ένα παιχνίδι με κάποιον, εννοείται ότι και οι δυο πλευρές είναι διατιθέμενες να ακολουθήσουν τους κανόνες του παιχνιδιού από την αρχή μέχρι το τέλος.

Funny Games

Ο Michael Haneke γύρισε το 1997 το Αυστριακό “Funny Games” και το 2007 έγινε ο δεύτερος σκηνοθέτης που κάνει ο ίδιος remake σε δική του ταινία με το “Funny Games” σε Αμερικανική έκδοση (ο πρώτος ήταν ο Αλφρεντ Χιτσκοκ με την ταινία “Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά”).

Ο Haneke φτιάχνει έναν θρίλερ για να κριτικάρει τις ταινίες θρίλερ στις οποίες έχει “εθιστεί” το αμερικάνικο κοινό με την βουτηγμένη στη βία κουλτούρα του.
Και τις κριτικάρει ανατρέποντας τους κανόνες του παιχνιδιού.

Μια οικογένεια (ο σύζυγος Ulrich Muhe, η σύζυγος Susanne Lothar και το μικρό τους παιδίStefan Clapczynski) κατευθύνονται με το τζιπ και το σκάφος τους προς το εξοχικό τους σπίτι δίπλα στη λίμνη.

Δυο νεαροί (Arno Frisch, Frank Giering) ντυμένοι στα λευκά τους επισκέπτονται για να ζητήσουν αυγά.
Έπειτα …το παιχνίδι ξεκινά.

Ο Haneke δεν δείχνει τίποτα από αυτό που οι εθισμένοι στη βία και τα θρίλερ θεατές περιμένουν να δουν.
Οι πράξεις βίας δεν συμβαίνουν ποτέ μπροστά στην κάμερα.

Ακούμε τις κραυγές και το κλάμα, βλέπουμε την αγωνία και τον πόνο στα πρόσωπα των ηθοποιών, αλλά ποτέ την ίδια τη βία.

Τα τρία μέλη της οικογένειας παίζουν τραγωδία.
Από την άλλη μεριά, οι δυο νεαροί “εισβολείς” παίζουν κωμωδία.

Μοιάζουν με τον Χοντρό και τον Λιγνό, με τον Τομ και τον Τζέρυ.
Οι κανόνες του θρίλερ ανατρέπονται.

Η βία είναι εκεί, αλλά δεν είναι πλέον μέσο διασκέδασης.
Είναι σκληρή, δύσπεπτη, σοκαριστική και κυρίως μοιάζει ανεξήγητη.
Γιατί οι δύο νεαροί βασανίζουν την οικογένεια;

Είναι από φτωχή οικογένεια;
Είναι ψυχοπαθείς;
Είναι κλέφτες;
Εξηγήσεις δεν υπάρχουν ούτε και δίνονται από τον σκηνοθέτη.

Όμως ο Haneke δεν παίζει μόνο με τους κανόνες του Αμερικάνικου σινεμά που είναι γεμάτο βία και αφέλεια.
Παίζει και με το κοινό του.

Κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο Paul, ένας από τους δυο νεαρούς, γυρνά προς την κάμερα και μας κλείνει το μάτι χαμογελώντας.
Όχι μόνο είμαστε εκεί, μπροστά στην οθόνη και βλέπουμε τον πόνο, την κακοποίηση, την ανεξήγητη βία, αλλά είμαστε και συνένοχοι.

Λίγο πριν το τέλος, και ενώ η βία σου έχει σφίξει το στομάχι, έρχεται η σκηνή όπου σου δίνεται η ευκαιρία να χειροκροτήσεις, να νιώσεις δικαιωμένος: ο ένας από τους δυο βασανιστές είναι νεκρός.

Και τότε ο χρόνος γυρνάει πίσω, με ένα εξωφρενικό rewind.
Η εξέλιξη αλλάζει: ο σκηνοθέτης κάνει ο,τι γουστάρει στην ταινία κι εμείς είμαστε τα πιόνια του.

Περιμένουμε τη δικαίωση και ο σκηνοθέτης πρώτα μας τη δίνει και μετά την παίρνει πίσω.
Το κοινό χειραγωγείται τόσο εύκολα γιατί ακολουθεί του κανόνες ενός παιχνιδιού που οHaneke δεν είναι διατιθέμενος να τηρήσει.

Και παρότι μας δείχνει από την αρχή ότι το παιχνίδι δεν είναι αυτόν που περιμένουμε, εντούτοις εμείς επιμένουμε να απαιτούμε συγκεκριμένα πράγματα από την ταινία.

Τόσο εθισμένοι, τόσο απρόθυμοι να αλλάξουμε παιχνίδι.
Τόσο εκπαιδευμένοι στη βία, την τιμωρία, την εκδίκηση..

Συνήθως επαινούμε έναν θρίλερ όταν μας ξαφνιάζει, όταν δεν μας δίνει αυτό που περιμένουμε να δούμε, όταν είναι ανατρεπτικό.
Γιατί βλέπεις αυτή την ταινία;
Τι περιμένεις να δεις;

Η ταινία του Haneke είναι έναν παιχνίδι (game) ανάμεσα στην πραγματική βία από την μια, και την ωραιοποιημένη βία του σινεμά από την άλλη.

Ένα παιχνίδι ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία.
Και φυσικά, ένα παιχνίδι ανάμεσα στην ταινία και το κοινό της.
Πόσο αστείο μπορεί να είναι αυτόν το παιχνίδι (Funny Game);

Νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί να έχει ουδέτερη αντιμετώπιση απέναντι σε αυτή την ταινία.
Όπως και απέναντι στη βία.

Γιώργος Παυλίδης-Filmboy


Αρέσει σε %d bloggers: