…και όσο αντέξεις: Περί Φιλ(μ)οσοφίας: Αντιγραφή ή επιρροή;

Στην αρχαιότητα, οι καλλιτέχνες-δημιουργοί δεν υπέγραφαν τα έργα τους.
Το ίδιο συνέβαινε μέχρι τουλάχιστον τον 14ο αιώνα.

Η έννοια των πνευματικών δικαιωμάτων – με τη σημασία που τους δίνουμε εμείς σήμερα – γεννήθηκε μαζί με τη βιομηχανική επανάσταση και ο λόγος ήταν απλός: η εξέλιξη των τεχνικών μέσων δημιουργίας, παραγωγής και αναπαραγωγής ενός έργου τέχνης έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε για κάθε πρωτότυπο έργο να υπάρχουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες αντίγραφα.

Τότε ήταν η ώρα για τον δημιουργό να απαιτήσει αυτά που του ανήκουν.
Καταρχάς απαιτεί να του αναγνωριστεί η δημιουργία του πρωτότυπου έργου.

Για έργα όπως ο Παρθενώνας, ο οποίος βρίσκεται (πρωτότυπος) σε έναν συγκεκριμένο χώρο και ο κόσμος καλείται να πάει να τον δει, το πρόβλημα του πρωτότυπου και του αντίγραφου δεν υπάρχει.

Για έργα όπως δημοτικά τραγούδια και λαϊκά παραμύθια που περνούν και φτάνουν σ’ εμάς από γενιά σε γενιά το πρόβλημα επίσης δεν υφίσταται, αφού θεωρούνται έργα του λαού, του δήμου (δημιουργίες) και όχι ενός συγκεκριμένου προσώπου.

Στην περίπτωση ενός έργου όπως π.χ. η Μόνα Λίζα το πρόβλημα είναι υπαρκτό.
Σήμερα υπάρχουν τα τεχνικά μέσα ώστε να κατασκευαστεί αντίγραφο τόσο υψηλής ποιότητας και πιστότητας, ώστε ακόμα και ο ποιός ειδικευμένος αξιολογητής γνησιότητας να μην μπορεί να βρει την διαφορά.

Αφού λοιπόν σε κάποιες περιπτώσεις το πρωτότυπο και το αντίγραφο δεν διαφέρουν σε τίποτα (σκεφτείτε τα αμέτρητα αντίγραφα CD μουσικής ή DVD ταινιών, τις αμέτρητες επανεκδόσεις βιβλίων κλπ), ο δημιουργός έρχεται να απαιτήσει όχι τόσο την αναγνώριση της δημιουργίας του πρωτότυπου έργου, αλλά τα πνευματικά δικαιώματα της ιδέας πίσω από το έργο.

Αντιγραφή ή επιρροή;

Από νομική άποψη τα πράγματα μοιάζουν απλά.
Αν κάποιος αντιγράφει χωρίς την άδεια του δημιουργού ή χωρίς αναφορά στην πηγή, τότε η αντιγραφή είναι κλοπή.

Αν υπάρχει άδεια χρήσης ή αναφορά πηγής είναι απλώς αντιγραφή.
Αυτό ακούγεται και είναι λογικό.

Έστω και αν την ίδια στιγμή τα πνευματικά δικαιώματα πουλιούνται και αγοράζονται, λήγουν και περνάνε σε άλλα χέρια (και το όλο πράγμα αρχίζει να μοιάζει κάπως αστείο).

Τι γίνεται όμως από άποψη ηθική και κυρίως από άποψη δημιουργίας και συμβολής στην τέχνη;

Υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες που έχουν επηρεαστεί από το έργο προγενέστερων σκηνοθετών.
Και η επιρροή είναι λιγότερο ή περισσότερο φανερή στο έργο τους.

O Μπράιαν Ντε Πάλμα είχε σχεδόν κατηγορηθεί ότι αντιγράφει τον Χίτσκοκ, τόσο θεματικά όσο και σκηνοθετικά (Dressed to Kill, Blow Out).
Όμως ο ίδιος είχε δηλώσει δημοσίως πολλές φορές ότι ο Χίτσκοκ είναι μια πολύ ισχυρή επιρροή.

Και ενώ υπάρχουν αναμφίβολα Χιτσκοκικά στοιχεία που “ρέουν” μέσα στο έργο του Ντε Πάλμα, εντούτοις το έργο του δεν είναι απλώς και μόνο μια αναπαραγωγή του Χίτσκοκ.

Ο Μάρτιν Σκορτσέζε στην ταινία Hugo (2011) μεταφέρει σχεδόν αυτούσιες σκηνές από την ταινία “Ταξίδι στη Σελήνη” του Γάλλου πρωτοπόρου Ζόρζ Μελιέ.

Την ίδια χρονιά το The Artist (2011) είναι γυρισμένο εξ ολοκλήρου ως βωβή ταινία.
Κανείς όμως δεν θα μπορούσε να μιλήσει για αντιγραφή, κλοπή ή ακόμα και επιρροή (αν και σε κάποιο βαθμό όλοι οι πρωτοπόροι κινηματογραφιστές έχουν επηρεάσει τους μεταγενέστερους).

Εδώ έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια κινηματογραφική “ερωτική εξομολόγηση” προς τον βωβό κινηματογράφο και τους πρώτους σκηνοθέτες.

O Τέρρυ Γκίλιαμ εμπνεύστηκε την ταινία του 12 πίθηκοι (1995), παίρνοντας αυτούσιες ιδέες από την ταινία La Jetée (1962) του Κρίς Μπάρκερ (μια ταινία που επηρέασε βαθύτατα πολλές sci-fi ταινίες).
Και στους τίτλους αρχής υπάρχει η απαραίτητη αναφορά στην πηγή έμπνευσης.

Ο σπουδαίος Όρσον Γουέλς είχε επηρεαστεί από το σινεμά του Μούρναου και του Γκριφιθ, είχε υιοθετήσει στοιχεία του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού, αλλά οι ταινίες του έχουν ένα ιδιαίτερο θεματικό και οπτικό στυλ που είναι αναγνωρίσιμο απ όλους.

Ο Μπέργκμαν είχε επηρεαστεί από το σινεμά του Ντράγιερ και του Κουροσαβα, από το θέατρο του Ιψεν και τα βιβλία του Ντοστογιέφσκι.

Η επιρροή δεν είναι ντροπή.
Δεν μειώνεται η αξία του έργου εάν έχει επηρεαστεί από αλλού, έχει αναφορές αλλού και βασίστηκε σε ιδέες άλλων.

Το αντίθετο μάλιστα, δουλεύει πολύ πιο οργανικά για την τέχνη, ανοίγει διαύλους επικοινωνίας, δείχνει ότι υπάρχει διάλογος και εξέλιξη (ο ένας ποτίζει τον σπόρο που φυτεύτηκε από κάποιον άλλο), υπάρχει αναγνώριση της αξίας των προγενέστερων.

Το ζήτημα που παραμένει ανοικτό είναι: Πόσο βοηθάει την τέχνη του κινηματογράφου να εξελιχθεί, – τί προσθέτει σε αυτόν – μια ταινία που έχει επιρροές αλλά τίποτα πρωτότυπο, τίποτα ιδιαίτερο που να την διαφοροποιεί;

Μπορούμε να μιλάμε για απλή επιρροή όταν η ταινία δεν θα αφήσει το δικό της στίγμα πίσω της;
Ή μήπως πρέπει να μιλήσουμε για μια καλή αλλά στείρα αντιγραφή;

Δύο παραδείγματα από το σύγχρονο Ελληνικό σινεμά.



Είχα την ευκαιρία να δω την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Αλέξανδρου Αβρανά στοΦεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονικής, με τίτλο Without (2008).

Η δική μου εντύπωση ήταν ότι ο Αβρανάς προσπάθησε να χρησιμοποιήσει αισθητικά στοιχεία από το σινεμά του Γουονκ Καρ Βάι (χρωματικά φίλτρα), του Αντονιόνι (σύνθεση στατικών πλάνων), του Μπέργκμαν (κοντινά πλάνα και αντίθεση ανάμεσα στο Είναι και το Φαίνεσθαι), του Χάνεκε (οικογενειακή αποξένωση, στατικά πλάνα και απόσταση), με μια αφαιρετικότητα και ελλειπτικότητα στην πλοκή, τους διαλόγους και τους χαρακτήρες.

Κατά τη γνώμη μου η ταινία ξεκινά και τελειώνει στις επιρροές τις από άλλους σκηνοθέτες.

Η αίσθηση που μου άφησε ήταν περισσότερο μια διαδοχή εικαστικά όμορφων σκηνών, αλλά το όλο αποτέλεσμα δεν «έδενε» ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα η ταινία να κουράζει (παρά την μικρή της διάρκεια – 80 λεπτά).

Αν η ταινία του Αβρανά ήταν περισσότερο μια συρραφή σκηνών (δεν έχω δει ακόμα την δεύτερη ταινία του Miss Violence), δε συμβαίνει το ίδιο με την ταινία Κυνόδοντας (2009), του Γιώργου Λάνθιμου.

Η κινηματογράφηση με τα στατικά μακρινά πλάνα μεγάλης διάρκειας υπάρχουν ήδη στο σινεμά του Χάνεκε (που επίσης καταπιάνεται με θέματα ψυχολογικής/σωματικής βίας και εξουσίας -ενδοοικογενειακής και όχι μόνο), η απουσία μουσικής και το καδράρισμα των χαρακτήρων που μερικές φορές μας δείχνει μόνο το σώμα, χωρίς το κεφάλι, υπάρχουν ήδη στον Τρίερ και το δόγμα του 95’.

Όμως το κυριότερο, πάρα πολλά στοιχεία της ταινίας (από την ιδέα και την ιστορία, ως τους χαρακτήρες και κάποιες από τις σκηνές) είναι ολόιδια με την πολύ παλαιότερη ταινία Το Κάστρο της Αγνότητας (1972) του Arturo Ripstein.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης παρέλειψε (;) να αναφέρει το παραμικρό, ενώ το σύνολο σχεδόν των κριτικών δεν έκαναν καμιά νύξη στην ομοιότητα αυτή, είτε γιατί αγνοούσαν την ύπαρξη της παλιότερης ταινίας, είτε για άλλους περισσότερο .. ύποπτους λόγους.

Ο Κυνόδοντας είναι συνολικά μια αξιοπρεπής ταινία, αλλά ούτε η κινηματογράφηση ούτε το θέμα είναι καινούρια (εκτός αν εντάξουμε την ταινία στο πλαίσιο του Ελληνικού κινηματογράφου και μόνο).

Και η μη αναφορά της πηγής έμπνευσης μάλλον προδίδει την πρόθεση του δημιουργού και την άγνοια των κριτικών.

Έτσι, αν στην περίπτωση του Αβρανά (στο Without) οι επιρροές μπορεί να θυμίζουν (σε μένα) συρραφή (κάτι που προσωπικά δεν βρίσκω κακό), στην περίπτωση του Λάνθιμουέχουμε να κάνουμε με πλιάτσικο (και αυτό οφείλεται στη μη αναφορά της πηγής, όχι στην όποια αξία της ταινίας).

Αντιγραφή, επιρροή ή κάτι άλλο;
Ποιά η γνώμη σας;

Γιώργος Παυλίδης.
Αρέσει σε %d bloggers: