…και όσο αντέξεις: Περί Φιλ(μ)σοφίας: Η θεατρικότητα στο σινεμά – Tραγούδια από το 2o όροφο (2000) του Roy Andersson (Pt2)

Ορίστε το δεύτερο μέρος της μικρής ενότητας με τίτλο «Η θεατρικότητα στο σινεμά».
Την προηγούμενη βδομάδα είδαμε τους 12 Ενόρκους του Σίντνεϊ Λιούμετ.
Αυτή τη φορά, τα «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο», του Roy Anderson.

O Roy Anderson αρέσκεται στο να φτιάχνει εικόνες.
Στα «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο» στήνει τα κάδρα του με προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια.

Χρησιμοποιεί σχεδόν πάντοτε μακρινά πλάνα καθημερινών χώρων – οι δρόμοι της πόλης, ένα πάρκο, το εσωτερικό ενός διαμερίσματος, μια μπυραρία, μια αίθουσα δεξιώσεων κ.ά.- εντός των οποίων κινούνται (ή μάλλον περισσότερο στέκονται) οι χαρακτήρες του, τοποθετημένοι με γεωμετρική ακρίβεια.

Ο Anderson δεν ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των χαρακτήρων του.
Οι ταινία είναι περισσότερο μια συρραφή καθημερινών σκηνών, με ήρωες –αντιήρωες- απλούς ανθρώπους, κάποιοι εκ των οποίων εμφανίζονται σε περισσότερες σκηνές, συνδέοντας τις μικρές τους ιστορίες, και άλλοι απλώς χάνονται από την προσοχή μας.

Η τακτοποιημένη αλλά αποστειρωμένη και στεγνή από κάθε συναίσθημα σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την καθημερινότητά του δεικνύεται με καυστικότητα με πολλούς τρόπους:

– Μέσα από τους σχεδόν πάντοτε κωμικούς διαλόγους, με ισχυρές και ολοφάνερες επιρροές από το θέατρο του παραλόγου του Ιονέσκο.

– Μέσα από τα σουρεαλιστικά στοιχεία των σκηνών.
Ένα σπίτι που κινείται πάνω σε ράγες, πολιτικοί που συζητούν επί ώρες χωρίς να καταλήγουν σε κανένα συμπέρασμα και αποφασίζουν να θυσιάσουν ένα μικρό κορίτσι με κάθε επισημότητα («Τουλάχιστον κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε», θα πουν) αφού προηγουμένως έχουν προσπαθήσει να βγουν από την αίθουσα συνεδριάσεων χωρίς επιτυχία (θυμίζοντας το σινεμά του Μπουνιουέλ), ένα μποτιλιάρισμα που διαρκεί ώρες και μέρες χωρίς κανείς να ξέρει ποιος είναι ο λόγος ή πού καταλήγει αυτή η ατέλειωτη ουρά των αυτοκινήτων, χαρακτήρες με πρόσωπα χλωμά, βαμμένα σχεδόν λευκά, ανέκφραστα (σαν το σινεμά του Buster Keaton).

– Ο ευρυγώνιος φακός είναι εκεί σχεδόν σε κάθε πλάνο για να τονίσει τις προοπτικές γραμμές των διαδρόμων, των δωματίων, των δρόμων, που συγκλίνουν κάπου στη γραμμή του ορίζοντα, την οποία ποτέ δεν βλέπουμε.

Έτσι, ο χώρος γίνεται ήδη αναπόσπαστο κομμάτι της πλοκής και του νοήματος των ταινιών.
Η σύνθεση χώρου και ανθρώπων δεν είναι ποτέ απλώς τυχαία, αλλά πάντοτε συμβολική και συνειρμική.

– Με τα παστέλ χρώματα που ισχυροποιούν την αίσθηση ενός κλινικά πεντακάθαρου αλλά χωρίς ζωή περιβάλλοντος.

Αυτό που καθιστά τις ταινίες του Anderson σχεδόν θεατρικές, είναι ασφαλώς το βάρος που δίνεται στους διαλόγους, στην θεατρική χρήση των ηθοποιών που κινούνται σταθερά και προσεκτικά μέσα σε ορισμένα όρια (σαν σε θεατρική σκηνή) και φυσικά τα στατικά, μακρινά, μονοπλάνα που θυμίζουν την σταθερή θέση του κοινού απέναντι στην θεατρική σκηνή.

Η κάμερα κινείται μόλις τρεις φορές σε ολόκληρη την ταινία.
Τα νοήματα, οι εντάσεις, τα συναισθήματα, εμφανίζονται μέσα από διαλόγους, σιωπές, χρώματα και φυσικά συνθέσεις του χώρου και των ανθρώπων.

Ακίνητες τομές της καθημερινότητας.
Οι κινήσεις το μοντάζ, η αλλαγή πλάνων, απουσιάζουν επιδεικτικά.

Αυτή είναι η θεατρικότητα του Roy Anderson την οποία καταφέρνει να δέσει έξοχα με κάποιες από τις αποκλειστικές αρετές του κινηματογράφου.

Μια ταινία με αμέτρητες σκηνές – τροφή για σκέψη – γεμάτες συμβολισμούς και πανέξυπνα σχόλια, από έναν σκηνοθέτη που θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε περισσότερο εικαστικό-θεατρικό και όχι αμιγώς κινηματογραφικό.

Το έργο του Roy Anderson θα μπορούσε να είναι μια σπουδή πάνω στη σχέση, τις ομοιότητες και τις διαφορές, ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο και ένα δείγμα μια καλώς εννοούμενης θεατρικότητας που δεν «καπελώνει» το κινηματογραφικό μέσο που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί.

Γιώργος Παυλίδης-filmboy



Αρέσει σε %d bloggers: