Μυστικοί Εφιάλτες και Μικροί Φόβοι του Βασίλη Γιαννάκη (+Interview)

Ο τρόμος είναι ένα μεγάλο, πολύ ενδιαφέρον, κομμάτι της τέχνης που δεν τον καταλαβαίνω και πολύ καλά. Δεν είμαι μεγάλος φαν, αλλά έχω δει ταινίες που με άφησαν μαλάκα και βιβλία που δεν με άφησαν να πάρω ανάσα…

Πρόσφατα συναντήθηκα με τον Βασίλη Γιαννάκη. Ο Βασίλης είναι κριτικός στο Horrorant.com οπότε γράφουμε μαζί κάτω απο την ίδια στέγη του Filmboy Network. Ο Βασίλης εκτός απο την ενασχόληση του με κριτικές ταινιών τρόμου, γράφει κιόλας και είναι μάλιστα βραβευμένος απο τις Συμπαντικές Διαδρομές σε διαγωνισμό διηγημάτων.

Ο Βασίλης μου έδωσε το πρώτο του βιβλίο για να το διαβάσω και θα σας το παρουσιάσω μαζί με μια μίνι-συνέντευξη!

Το Μυστικοί Εφιάλτες και Μικροί Τρόμοι είναι μια συλλογή τριών διηγημάτων και έχει έκταση 110 σελίδες. Μπορείς να το διαβάσεις μέσα σε μια μέρα, αλλά θα σου πρότεινα να το έχεις στην βιβλιοθήκη σου και ένα κρύο βράδυ, με ένα τσάι ή ένα wiskey (ότι σου ταιριάζει), τυλιγμένος σε μια κουβέρτα, πάρε το στα χέρια σου και διάβασε μια από τις ιστορίες του.

Οι τρεις ιστορίες διαδραματίζονται στην φανταστική πόλη Λιβαδούπολη. Σε αυτήν την πόλη, στις σκιές της, κρύβονται κίνδυνοι και πλάσματα μυστικιστικά και όχι μόνο.

Οι τρεις ιστορίες:

– Μια νεαρή φοιτήτρια κάνει το λάθος να βασιστεί στις κατευθύνσεις που της δίνει η iphone συσκευή της, με αποτέλεσμα να χαθεί στις ερημιές των δυτικών προαστίων. Εκεί έρχεται αντιμέτωπη με τον χειρότερό της εφιάλτη όταν γνωρίζει τη βασίλισσα της πόλης και τους τερατώδεις ακολούθους της.

– Ένας αστροφυσικός που εργάζεται στο αστεροσκοπείο της πόλης, ανακαλύπτει το μυστικό που κρύβει η οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του, το οποίο έχει να κάνει με την μυστηριώδη εξαφάνιση του θείου της. Η διερεύνηση της υπόθεσης οδηγεί τον αστροφυσικό σε μια τρομακτική ανακάλυψη.

– Ένας πλανόδιος πωλητής φωτογραφιών με δαιμονική όψη, εμφανίζεται από το πουθενά μπροστά σε έναν φοιτητή και προσπαθεί να τον πείσει να αγοράσει κάποιες από αυτές. Με φρίκη ο φοιτητής ανακαλύπτει ότι οι φωτογραφίες απεικονίζουν τον ίδιο σε διάφορες φάσεις της ζωής του, ενώ λίγο αργότερα διαπιστώνει ότι ο αινιγματικός πωλητής γνωρίζει όλα τα προσωπικά του δεδομένα.

Στο κομμάτι της συγγραφικής ικανότητας, o Βασίλης ήταν αρκετά καλός αλλά θα του κάνω την ίδια παρατήρηση που είχαν κάνει και σε μένα κάποτε. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στο μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου, δεν πρέπει να αλλάζει ξαφνικά με την χρήση λέξεων/εκφράσεων που δεν ταιριάζουν στο ύφος…

…πχ αν χρησιμοποιείς εκλεπτυσμένο ύφος σε όλο το κείμενο σου δεν μπορείς ξαφνικά να γράψεις: “…ο Κώστας είπε μια παπαριά…” (τυχαίο δικό μου παράδειγμα). Αυτό φυσικά είναι παράβλεψη και της επιμέλειας…

Απο την άλλη, οι ιστορίες σαν περιεχόμενο, είχαν διαφορετικό ύφος η κάθε μία. Μπορούσαν να σου κρατήσουν το ενδιαφέρον, αλλά είναι δύσκολο να “επενδύσεις” και στις τρεις.

Προσωπικά η πρώτη δεν με άγγιξε, αλλά περισσότερο γιατί το concept δεν μου ταίριαζε. Η δεύτερη ιστορία όμως με κράτησε για τα καλά. Μιλάμε για μια sci-fi ιστορία, με ωραία αρχή, μέση και τέλος, με εξιστόρηση που είχε flow και φινάλε που ταίριαζε στον χαρακτήρα. Αν ήταν και λίγο μεγαλύτερη ακόμα καλύτερα.

Η τρίτη ιστορία μου θύμισε διάφορες ταινίες. Για καλό το λέω. Το μυστικιστικό πλάσμα που εμφανίζεται σαν “πωλητής φωτογραφιών” καταφέρνει να δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά, τα οποία κράτησαν το ενδιαφέρον για την διάρκεια της ανάγνωσης, αλλά το φινάλε ήταν ίσως κατώτερων των προσδοκιών.

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε την συνέντευξη που μου έδωσε ο Βασίλης, η οποία είναι άκρως ενδιαφέρουσα τόσο για τον λογοτεχνικό όσο και για τον κινηματογραφικό τρόμο, τις επιρροές του αλλά το μέλλον του στην συγγραφή.



Μίλησε μου για την συγγραφή αυτού του βιβλίου. Πόσο καιρό σου πήρε; Ποιες ήταν οι προκλήσεις; Πως ένιωσες όταν έπιασες το πρώτο σου βιβλίο στα χέρια  σου; 

Συνήθως τις ιστορίες σαν αυτές τις συλλαμβάνω σαν απλές ιδέες, που αργότερα ωριμάζουν μέσα μου αποκτώντας δομή και πλοκή. Τις πρώτες ιστορίες τρόμου, τις είχα σκαρφιστεί κατά τη διάρκεια των διακοπών μου που έκανα όταν ήμουν παιδί. Κάθε βράδυ ξενυχτούσα μαζί με τους φίλους μου στην παραλία και καθισμένοι γύρω από τη φωτιά που ανάβαμε, ανταλλάσσαμε τρομακτικές διηγήσεις.
Είχα επαναλάβει τόσες φορές κάποιες από αυτές, που τις ήξερα πλέον απ’ έξω.

Ωστόσο δεν αισθάνθηκα ότι είχα ωριμάσει συγγραφικά για να τις περάσω στο χαρτί. Αυτό συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Εκεί ήταν η πρώτη φορά που πήρα το θάρρος να γράψω και να δώσω επιτέλους υπόσταση στα όσα ως τότε αφηγούμουν μονάχα προφορικά.

Οι υπόλοιποι φαντάροι του λόχου μου συγκεντρώνονταν στον θάλαμο προκειμένου να με ακούσουν να απαγγέλλω τα όσα έγραφα κάθε μέρα και ήταν εκείνοι που με
παρακίνησαν να ασχοληθώ συστηματικά με τη συγγραφή.
Από τότε άρχισα να γράφω κατά τις περιόδους που έβρισκα χρόνο και έμπνευση,
ενώ όλο το υπόλοιπο διάστημα συγκέντρωνα σε ένα τετράδιο τις ιδέες που είχα με
στόχο να έρθει κάποτε η στιγμή να τις κάνω κι αυτές ιστορίες.

Δεν είχα επιδιώξει ποτέ στα σοβαρά να κυνηγήσω την έκδοση των κειμένων που είχα έτοιμα. Κυρίως έγραφα για τους φίλους μου και για το συρτάρι μου. Μέχρι που πήρα την απόφαση να στείλω μια νουβελέτα στο διαγωνισμό που διοργανώνουν οι Συμπαντικές Διαδρομές κάθε χρόνο και αυτή τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο Larry Niven για το 2013 στην κατηγορία του τρόμου.

Τότε ήταν που συνειδητοποίησα πραγματικά ότι αυτό που γράφω έχει αξία και για ανθρώπους πέρα από μένα και ήρθα σε επαφή με τις Συμπαντικές Διαδρομές προκειμένου να εκδοθούν και κάποιες άλλες ιστορίες μου. Το αποτέλεσμα ήταν η πρώτη προσωπική ανθολογία τρόμου που ονομάζεται Μυστικοί Εφιάλτες και Μικροί Φόβοι. Νιώθω ευγνωμοσύνη για τα όσα έχει κάνει η ομάδα των Συμπαντικών Διαδρομών προκειμένου να αποκτήσει υπόσταση αυτό το βιβλίο, αλλά ακόμη περισσότερο γιατί χωρίς αυτούς και τη βράβευση, δεν θα έπαιρνα ποτέ την απόφαση να εκδώσω κάποιο κείμενο.

Η Λιβαδούπολη είναι μια πόλη της φαντασίας σου. Απο που εμπνεύστηκες; Θα
έμενες εκεί;

Στις ιστορίες που έχω έτοιμες, η Λιβαδούπολη δεν είναι το μόνο φανταστικό μέρος.  Εχω δημιουργήσει και πολλά φανταστικά χωριά, τα οποία συνυπάρχουν με  πραγματικές τοποθεσίες στην χώρα μας, έτσι ώστε να παντρεύω τη φαντασία με την πραγματικότητα.
Στην περίπτωση της Λιβαδούπολης, ήθελα να επινοήσω μία μεγαλούπολη εντός του ελληνικού εδάφους, που η μισή της έκταση να είναι ακατοίκητη, έτσι ώστε να αποτελεί τόπος διαμονής για τα εφιαλτικά πλάσματα και τους αστικούς μύθους που αποτελούν την πρώτη ύλη για όσες ιστορίες μου διαδραματίζονται σε αυτή. Υποτίθεται ότι υπήρξε στο παρελθόν έντονα βιομηχανοποιημένη, με αποτέλεσμα να μολυνθεί η ατμόσφαιρά της σε επίπεδα που ήταν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία.
Το αποτέλεσμα ήταν να αποφασιστεί από τις δημοτικές αρχές η εκκένωση της μισής της έκτασης, όπου πλέον διαμένουν εντός της μόνο οι άστεγοι και διάφορα πλάσματα της νύχτας.

Η Λιβαδούπολη συμβολίζει την βιομηχανική ανάπτυξη που γνώρισε στο παρελθόν η  χώρα μας και που από κάποιο σημείο κι έπειτα εγκαταλείφτηκε. Είναι μία νέο-γοτθική τοποθεσία, με την έννοια ότι και στην παραδοσιακή γοτθική λογοτεχνία, τα διάφορα μέρη στα οποία λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες ιστορίες, είναι κτήρια τα οποία έχουν ξεπέσει, όπως τα έρημα κάστρα και οι εγκαταλειμμένες επαύλεις.
Στην περίπτωσή μας, έχουμε μια σύγχρονη και εγκαταλειμμένη αστική έκταση. Θα ήθελα να ζούσα στο κατοικήσιμο τμήμα της Λιβαδούπολης, μόνο και μόνο για να ήμουν από τους λίγους τρελούς που θα είχαν το θάρρος να εξερευνούν το ακατοίκητο τμήμα της κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Είσαι κριτικός στο Horrorant, συγγραφέας ιστοριών τρόμου και οπαδός του horror.
Πες μου δύο λόγια για τα χαρακτηριστικά του είδους που σε τράβηξαν να
ασχοληθείς μαζί του.

Η ανάγνωση μιας ιστορίας τρόμου, θυμίζει την ενασχόληση με τα ακραία αθλήματα, ή τα παιχνίδια των λούνα παρκ που προκαλούν αντίστοιχης έντασης συναισθήματα. Οι κίνδυνοι και οι μεταφυσικές απειλές που αντιμετωπίζουν οι ήρωες μιας ιστορίας ή μιας ταινίας τρόμου, έχουν μυθοπλαστική υπόσταση και γι’ αυτό τον λόγο λυτρώνουν τον αναγνώστη ή τον θεατή, μέσω της κάθαρσης που
επέρχεται στο τέλος.

Δεν έχει σημασία αν η κατάληξή της ιστορίας είναι επιζήμια για τη ζωή ή την ψυχική ισορροπία του πρωταγωνιστή, διότι μέσω των έντονων συναισθηματικών διακυμάνσεων που βιώνει ο αναγνώστης ή ο θεατής, θωρακίζεται ψυχολογικά απέναντι στις προκλήσεις.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ανησυχίες και τους μικρούς φόβους που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος στον σύγχρονο κόσμο. Μπορούν να αποκτήσουν μια πιο παραμυθένια –και κατ’ επέκταση πιο ενδιαφέρουσα- υπόσταση μέσω της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου, έτσι ώστε να ξορκιστούν και πιο εύκολα. Στην εποχή του ίντερνετ, ο τρόμος έχει περάσει σε ένα νέο επίπεδο, με τη δημιουργία ιστοσελίδων τύπου creepypasta ή την ανάρτηση ανατριχιαστικών βίντεο στο deep web.

Είναι χάρις σε αυτές τις εναλλακτικές μορφές έκφρασης, που ο κινηματογραφικός και λογοτεχνικός τρόμος έχει επανέλθει στη μόδα και γνωρίζει πλήρη άνθιση. Εγώ ευτύχησα να υπάρξω παραδοσιακός οπαδός του είδους από πολύ μικρός, λόγω των αρετών που εμφανίζει και που προανέφερα.

Χαίρομαι που πλέον υπάρχουν πολλοί σαν εμένα. Αξίζει να αναφέρω ότι τα βιβλία τρόμου που έχουν γραφτεί στην χώρα μας, από Έλληνες συγγραφείς, ξεπερνούν τα 60. Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος της ζήτησης που υπάρχει.

Είσαι περισσότερο φαν του gore ή του μυστηρίου/αγωνίας.

Σαν αναγνώστης μου αρέσουν και τα δυο αυτά στοιχεία εξίσου. Σαν συγγραφέας προσπαθώ όσο μπορώ να δημιουργώ σκοτεινή ατμόσφαιρα, δεδομένου ότι η λογοτεχνία αποτελεί το κατ’ εξοχήν μέσο με το οποίο μπορεί να προκληθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα. Το gore έχει καλύτερη επίδραση όταν αξιοποιείται στον κινηματογράφο και υπό αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία, έχουν «μοιράσει τα κουκιά» σε ότι αφορά την πρόκληση τρόμου.

Η λογοτεχνία έχει αναλάβει κυρίως την ατμόσφαιρα, ενώ ο κινηματογράφος, την πρόκληση του σοκ στον θεατή. Τα τελευταία χρόνια όμως διαπιστώνουμε ότι αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν πια έναν πάγιο κανόνα. Διότι έχουν γραφτεί λογοτεχνικά αριστουργήματα τρόμου που περιλαμβάνουν ακραίο gore και οι ταινίες του είδους γίνονται όλο και πιο ατμοσφαιρικές…

Επομένως όλα τα στοιχεία του τρόμου μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο λογοτεχνικά,
όσο και κινηματογραφικά.

Μίλησε μου για έναν συγγραφέα πρότυπο σου.

Λατρεύω τους λεγόμενους «κλασικούς» συγγραφείς τρόμου, όπως είναι ο Lovecraf, ο Machen, ο Chambers, ο Bierce και προσπαθώ όσο μπορώ να φτάσω το μεγαλείο της ατμόσφαιρας που προκαλούν με τις ιστορίες τους ακόμη και σήμερα. Η δεύτερη ιστορία του βιβλίου, «ο ναυαγός», αποτελεί φόρος τιμής στον H. P. Lovecraf και είναι γραμμένη στο ύφος του.

Αν είναι όμως να επιλέξω κάποιους από αυτούς, μάλλον ο Arthur Machen είναι που με
ενθουσίασε σαν αναγνώστη, διότι το σκοτεινό σύμπαν του είναι πιο ευρύ και πιο ασαφώς οριοθετημένο σε σχέση με αυτό του Lovecraf. Εννοείται βέβαια, ότι διαβάζω και όλους τους σύγχρονους συγγραφείς τρόμου όπως τον  Stephen King, τον Jack Ketchum, τον Edward Lee, τον Richard Laymon, τον Brian Keene, τον James Herbert, τον Ramsey Campbell και άλλους πολλούς και προσπαθώ να εκμαιεύσω από αυτούς τις σύγχρονες αξίες με τις οποίες θα επιχειρήσω να μεταφέρω την ατμόσφαιρα των κλασικών στην σύγχρονη εποχή.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα σου ως συγγραφέας;

Το τελευταίο διάστημα που ο ελληνικός τρόμος εμφανίζει άνθιση, σκοπεύω να φέρω στο
φως της δημοσίευσης όσα περισσότερα μπορώ από τα παλιά μου κείμενα. Το επόμενο
βιβλίο μου θα είναι μυθιστόρημα, θα ονομάζεται «H Nύχτα που Έβρεξε Μαχαίρια» και αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα στα ελληνικά βιβλιοπωλεία

 
Επιμέλεια: Φιλολογική ομάδα ΣΔ – Ευδοξία Γραμμένου
Σελίδες: 112
ISBN: 9786185002398
Ημ. Έκδοσης: 26/11/2014
Τιμή: 9,86€
Αρέσει σε %d bloggers: