Tougher than Leather by RUN DMC (1988)

Written by on 2 March 2026

 

Το φιλμ Tougher than Leather του 1988 θα μπορούσε να θεωρηθεί το motion picture του ομώνυμου τέταρτου studio δίσκου των RUN DMC που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Φανταστείτε, δηλαδή, τη στερεότυπη φράση “original motion picture soundtrack” διατυπωμένη ανάποδα. Η δραματική περιπέτεια ξεκινά με την αποφυλάκιση του DMC από κάποιο επαρχιακό σωφρονιστικό κατάστημα, γεγονός που θυμίζει το Blues Βrothers (και τα δυο Β.Bros την ίδια εισαγωγή είχαν), και εδώ τώρα ακούγεται ο Flavor να εκφωνεί ένα intro. Οι γνωστοί αγαπημένοι ήρωές μας είναι σταθερά ντυμένοι με  τα μαύρα δερμάτινά τους και αυτό, προφανώς, δεν είναι τίποτα λιγότερο ή διαφορετικό, παρά αναφορά στους Μαύρους Πάνθηρες, αλλά και κάποια άλλα σύμβολα της μαύρης κουλτούρας που είχαν προηγηθεί και εδραιωθεί, όπως ο Shaft. Μόνο στο τέλος του έργου, φοράνε την παραδοσιακή, ας το πούμε έτσι, b-boy αμφίεση με τις Adidas φόρμες και τις χρυσές αλυσίδες τους, performing live on stage.

Ο λόγος που στέκομαι στο ενδυματολογικό στοιχείο είναι ότι θέλοντας ή μη να το αποδεχτεί ο κάθε μελετητής της ιστορίας, οι RUN DMC όντως ώθησαν αμέτρητους νέους της εποχής να ντυθούν όπως και αυτοί. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει άλλωστε με κάθε δημοφιλή μουσικό που καταφέρνει και σπάει την ομπρέλα που κρατάει το στερέωμα πάνω από το κεφάλι μας και γίνεται «pop(ular) άστρο». Κάτι παραπάνω από έναν απλό influencer των ημερών μας. Το συγκεκριμένο group άλλωστε, είχε την τύχη και ίσως και την ανταμοιβή, χωρίς αυτό να ήταν κατά ανάγκη και αυτοσκοπός τους, να ανοίξουν πολλές επαγγελματικές δραστηριότητες με την Adidas, γινόμενοι οι ίδιοι όχι απλώς χρήστες- προμότορες του εν λόγω brand, εξαιτίας του ομώνυμου κομματιού τους, αλλά μέχρι και διευθυντές σε μεγάλα καταστήματα τής εν λόγω εταιρίας στην εποχή τους. Και άλλοι rappers έκαναν το ίδιο γράφοντας κομμάτια για τα το δικό τους στυλ. Δε χρειάζεται να εξαντλήσω, σήμερα εδώ, αυτό το αντικείμενο.

Αυτό που αξίζει να τονιστεί με το εν λόγω διάσημο trio, αλλά και με όλο το hip hop κίνημα είναι ότι η ενδυματολογική ταυτότητα ήταν κάτι παναμερικανικά αυθόρμητο. Κανένας στυλίστας, κανένας επικοινωνιολόγος, κανένας manager και οτιδήποτε άλλης ειδικότητας επιτήδειο λαμόγιο της δισκογραφίας και των media δεν χρειάστηκε να διδάξει ποτέ στυλ στους νέους του γκέτο. Είτε στη Ανατολική, είτε τη Δυτική Ακτή. Και μη νομίσετε ότι οι μεσαίες πολιτείες εξαιρούνται. Ο μεγάλοι  δάσκαλοι του swag, James Brown και Isaac Hayes αμφότεροι κατάγονταν από το Νότο.

Ο τρόπος ένδυσης των αγαπημένων μας προτύπων, λοιπόν, ανέκαθεν εκφραζόταν είτε με επίσημα προϊόντα της βιομηχανίας της μόδας, είτε με DIY κατασκευές (graffiti jackets, fat laces) και επομένως, ήταν ένα φαινόμενο που υπήρχε στην Αφρο-Αμερικανική και Λατιν-Αμερικανική κοινότητα αρκετές δεκαετίες πριν. Από όλα τα προγενέστερα του hip hop μουσικά είδη και των δυο αυτών φυλών (φυλετικών δέντρων), όπως το funk, η salsa κλπ υπάρχουν τρανταχτά ονόματα που κρατούσαν την εμφάνιση ως ύψιστη δήλωση. Υπάρχουν βιβλία-λευκώματα με φωτογραφίες όπως του Jamel Shabazz για παράδειγμα και ντοκιμαντέρ όπως το Fresh Dressed και το Just for Kicks που το πιστοποιούν αυτό. Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, όλοι τους με ένα motto ζούσαν: “You better show up fresh, or not show up at all”. Και τέλος, μη ξεχνάμε ότι η hip hop κουλτούρα σε όλο της το κοινωνικό πλαίσιο έβγαλε αυθεντίες όπως τον Dapper Dan, ο οποίος είναι μόνος του ένα μεγάλο κεφάλαιο.

Ο ελληνικός τίτλος του σημερινού μας έργου ήταν «Μαύροι Δυναμίτες» και η ταινία κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε διανομή της Σπέντζος. Ο γερμανικός, επίσης, ήταν διαφορετικός από τον πρωτότυπο και αυτό άλλωστε ήταν κάτι που συνέβαινε σε πολλά προϊόντα της αμερικανικής αγοράς κυρίως σε ταινίες αλλά και συλλογές δίσκων, όχι μόνο ραπ, όπου όχι μόνο ο τίτλος αλλά και το εξώφυλλο μπορεί να διαφοροποιούταν σε ευρωπαϊκό, ασιατικό (Japan συνήθως) ή τέλος σε αυστραλιανό. Μάλιστα δε, σε πολλές συζητήσεις χρόνια μετά, που τα social media μας έδωσαν τη δυνατότητα να συνομιλούμε με πολλούς από τους ίδιους δημιουργούς, ανακαλύψαμε πως ούτε καν οι ίδιοι ήξεραν τις διαφορετικές εκδόσεις είτε των LP είτε των singles και άλλων έργων τους σε άλλα μέρη του πλανήτη.

Οι RUN DMC, μέχρι το 1988, είχαν ήδη αναδειχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα και επιδραστικότερα rap group των 80ς παραμένοντας, ωστόσο, ακόμα underground μιας και το ραπ στα 90ς ήταν που έκανε το μεγάλο άλμα δημοσιότητας σε πωλήσεις δίσκων και λοιπών συναφών ειδών. Αποτελούν μέχρι τώρα ίσως το μόνο group που κρατά, ως απόδειξη της προηγούμενης πρότασης, ένα ρεκόρ βιβλίων για την ιστορία του –είτε tribute από άλλους συγγραφείς (πχ Bill Adler κ.α.) είτε αυτοβιογραφίες σαν αυτή του King DMC.

Προωθώντας το συγκεκριμένο δίσκο, είχαν έρθει και στην Αθήνα το 1988 στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο μαζί με Black Uhuru, Joan Jett, Bonnie Tyler και Jerry Lee Lewis. Αυτή, ήταν η πρώτη εμφάνιση Αμερικανικού ραπ συγκροτήματος στην Ελλάδα ουδέποτε και εμείς το περισσότερο που ήμασταν έτοιμοι, λίγοι από εμάς δηλαδή, ήταν μόνο για να τους δούμε με αγκύλωση στη κάτω γνάθο και να χαζέψουμε. Δεν ήμασταν ακόμα έτοιμοι να οργανωθούμε ως σκηνή. Αυτό θα χρειαζόταν ακόμα 4 χρόνια να συμβεί στο Κατράκειο Θέατρο στο δεύτερο μεγάλο rap live στην Ελλάδα.

Όταν πέφτουν τα ονόματα των ηθοποιών στην αρχή, έρχεσαι αντιμέτωπος με μια σπαγγέτι αισθητική τόσο στη γραμματοσειρά όσο και στους ήχους που χρησιμοποιούνται στα εξωτερικά πλάνα και τη γενικότερη φωτογραφία. Πρόκειται για ένα ωμό, σκληρό φιλμ, μια καλτ τρασίλα, ένα κλασικό blaxploitation σαν τα παλιά των 70ς. Και γιατί να διαφέρει άλλωστε. Το Krush Groove, του οποίου το review έχουμε φιλοξενήσει παλιότερα στο site μας, ήταν ποιοτικά και τεχνικά πιο επαγγελματικός κινηματογράφος σε σχέση με αυτό, παρά το γεγονός ότι αυτό τώρα ήταν καθαρά δική τους παραγωγή και είχαν τη δυνατότητα (θεωρητικά) ή σίγουρα την ελευθερία να κάνουν ότι καλύτερο μπορούσαν. Από την άλλη πάλι, ένα ημερολογιακό deadline, (η κυκλοφορία του δίσκου) προφανώς περιορίζει το ήδη φορτωμένο χρονοδιάγραμμα ενός μεγάλου group και κάνει  τους παραγωγούς να αρκεστούν με το όπως κι όπως τελικό αποτέλεσμα.

Θυμίζω για παράδειγμα ένα αξέχαστο στιγμιότυπο στο Wild Style όπου τα παιδιά της γειτονιάς σπρώχνουν το αμάξι της Patti Astor (αααχ…R.I.P.) και σε κάποια στιγμή ένα από αυτά, όχι μόνο πέφτει κάτω και σχεδόν το ποδοπατούν τα υπόλοιπα, αλλά περνάει και ένα αδέσποτο σκυλί μπροστά στην κάμερα, σταματάει στη μέση του πλάνου, ξύνεται (!!!) και συνεχίζει. Αυτό όλο κανονικά είναι να ωρύεται ο σκηνοθέτης «cut, τι είναι αυτά; Είστε σοβαροί; Ξαναπάμε πίσω!» Αλλά όταν βιάζεσαι να βγει το έργο στο σινεμά, όταν μάλλον ακόμα πιο σωστά, καταλαβαίνεις ότι η ταινία θα έπρεπε να είχε ήδη βγει μερικά χρόνια νωρίτερα, μιας και η τρέχουσα χρονιά είναι πλέον 1982 και το σενάριό σου παρουσιάζει μια εποχή που μόλις είχε αρχίσει να σβήνει, τη γέννηση δηλαδή της rap, της b-boy και της graffiti σκηνής στη Νέα Υόρκη, ενώ πλέον οι rappers γύρω σου αρχίζουν να υπογράφουν μεγάλα συμβόλαια και να έχουν επιτυχίες στο ράδιο και περιοδείες, τότε δεν έχεις το χρόνο για διορθώσεις και καθυστερήσεις.

Άλλωστε, μιας και έπιασα μια σύντομη σύγκριση με το Wild Style, λόγω του κοινού low badget DIY δρόμου που ακολουθήθηκε για να παραχθούν να τονίσω ότι, τόσο οι τρεις τους (Joe, Daryll, Jason) χρησιμοποιούν τα κανονικά καλλιτεχνικά τους ονόματα (Run, DMC, JMJ αντίστοιχα), όσο και ο Russell (Simmons) αλλά και ο DJ Hurricane. Κάτι που δέν συμβαίνει ούτε στο εξίσου ημι-ντοκιμαντεριστικό Wild Style, όπου και αυτό –παρά τη μυθοπλασία του, όλο και κάτι δείχνει από την αληθινή ζωή των ηρώων του.

Δυο χρόνια νωρίτερα, το 1986, να θυμηθούμε ότι οι Run DMC είχαν δώσει στους Aerosmith το φιλί της ζωής, βοηθώντας τους να κάνουν μια δυναμική επανεκκίνηση στο δεύτερο ημίχρονο της καριέρας τους. Πάθανε Liverpool δηλαδή. Tο rap cover του Walk This Way έσωσε τη δική τους παρτίδα. Οι Aerosmith τότε ήταν, μάλιστα, που έγραψαν τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους. Δεν θυμάμαι άλλο συγκρότημα τής rock να το κατάφερε αυτό. Κάτι άλλο πολύ σημαντικό, που πολλοί μουσικοί και μουσικοκριτικοί ακόμα αποτυγχάνουν να κατανοήσουν είναι η ερμηνευτική διαφορά ανάμεσα στις δυο εκτελέσεις του Walk this Way. Οι Aerosmith μας παρέχουν μια rock (n roll) φωνητική ερμηνεία, ενώ οι RUN DMC… rap. Ναι, ξέρω, μπορεί να είναι τόσο απλό και προφανές να το πεις, αλλά αυτό συμβαίνει. Το ίδιο pattern ισχύει και σε πολλά άλλα παραδείγματα ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς ερμηνευτές. Έχει να κάνει με τα γονίδια και τη «σχολή σου (μωρή)».

Ο κύριος Daniel Simmons που εμφανίζεται εδώ είναι ο μπαμπάς του RUN. Στο Krush Groove έπαιζε τον παπά εδώ υποδύεται τον μπάτσο, τον χαντάκωσαν λίγο το μπαμπά, αλλά ας το δούμε χιουμοριστικά. Μια οικογενειακή υπόθεση, λοιπόν, ήταν και τα δυο έργα. Ο Russell Simmons αυτή τη φορά παίζει μέσα και μάλιστα, επιτέλους τον εαυτό του, ενώ θυμίζω στο Krush ήταν ένας άλλος ηθοποιός. Ένα ακόμα ηχητικό highlight του group, που πρωταγωνιστεί σε αυτό το soundtrack, είναι ο signature στίχος-ατάκα του RUN, το «who’s house?» που ακούγεται στο Krush Groove, εκεί στο live αν θυμάστε, όπου έγινε τελικά και τίτλος του ομώνυμο μεγάλου rap hit τους σε αυτό το δίσκο.

Το όλο εγχείρημα του φιλμ Tougher than Leather έδωσε στο group και στον Russell την πολυτέλεια και το δικαίωμα να προωθήσουν και άλλους Def jam artists, όπως τους Junkyard Band οι οποίοι έπαιζαν go-go funk, τον θρύλο Slick Rick ζωντανά, και τους Beastie Boys να προσφέρουν στο soundtrack το κομμάτι τους Desperado, το οποίο για αρκετά χρόνια παρέμενε ακυκλοφόρητο. Δεν γνωρίζω τελικά να κόπηκε και να κυκλοφόρησε όντως LP ως επίσημα τυπωμένο soundtrack της ταινίας. Το discogs σίγουρα δεν βγάζει κάτι. Ίσως να κρίθηκε περιττό από την παραγωγή ή ότι θα αποτελούσε πιθανό ύφαλο για τις πωλήσεις του κανονικού δίσκου, λόγω της συνωνυμίας. Για εμάς εδώ στην Ελλάδα, επίσης, αν κάποια μικρότερα ονόματα ήταν δύσκολο να βρούμε τα LP τους στα τοπικά δισκάδικα, τότε ως έσχατη λύση, τους ακούγαμε μέσα από τα volumes της Def Jam Collection (και άλλων εταιριών) ή τυχαία soundtracks. Οφείλω να πω, ωστόσο, μια μεγάλη αλήθεια, ότι στην Ελλάδα πάντοτε ερχόταν καλό και επαρκές βινύλιο. Μεγάλο ρόλο σε αυτό έχουν παίξει όλα αυτά τα χρόνια τα δισκοπωλεία μεταχειρισμένων δίσκων και τους ευχαριστούμε. Εντάξει τώρα…είναι και κάτι άλλο. Είμαστε μια χώρα με αμερικανικές βάσεις.

Θα σταθώ σε μια σκηνή της ταινίας. Εκεί που ο παπα-RUN, αν έχετε το θεό σας, πυροβολεί στο δόξα πατρί τον Rick Rubin! Μαζί με αυτό, κάνετε ένα μικρό άλμα μες το μυαλό σας και ακολουθήστε με στο video clip του Body Movin, εκεί που ο Ad-Rock εμπλέκεται σε ξιφασκία με τον MCA και τον αποκεφαλίζει, προκειμένου να του κλέψει τη συνταγή για την κόκκινη σάλτσα. Ακόμα δε, αν θέλετε και τον Rammellzee να αποκεφαλίζει τον Buckethead στο Animal Behavior.Τα φαντάζομαι όλα αυτά, με το φτωχό μου μυαλό και προσπαθώ να φανταστώ την πλάκα που θα έβγαζαν όλοι μεταξύ τους στα γυρίσματα. Για αυτό πολλές φορές, τα πλάνα από τα making of είναι εξίσου ανεκτίμητα.

Στη σημερινή μας ταινία ένας ακόμα στενός φίλος και συνεργάτης όλων αυτών εργάστηκε ως σεναριογράφος και είχε και ένα μικρό ρόλο συνάμα. Δεν είναι άλλος από τον κινηματογραφιστή και σεναριογράφο Richard “Ric” Menello.  Ο Menello είχε σκηνοθετήσει το music video ορόσημο για το  single των Beastie Boys, “(You Gotta) Fight for Your Right (To Party!)“, το 1987. Στο ιστορικό κλιπ υπάρχουν αρκετές φιλικές εμφανίσεις όπως, θα σταθώ σε ονόματα που μας αφορούν πάντα, ο μεγάλος graffiti artist Cey Adams, ο φωτογράφος Ricky Powell, μέλη της punk rock band «Murphy’s Law», και ο Rick Rubin, φορώντας ένα AC/DC και Slayer Τ-shirt, οι οποίοι άλλωστε ήταν και πελάτες του στη Def Jam τότε. Η συνεισφορά του στη μουσική εκείνη την εποχή οδήγησε το MTV να τον αποκαλέσει «έναν από τους πιο επιδραστικούς οραματιστές πίσω από την εμφάνιση της εμπορικής hip hop τη δεκαετία του 1980».

Με αυτά και με αυτά, αν και κυρίως με αφορμή ότι οι RUN DMC είναι το πρώτο rap group που εισήχθη στο Rock n Roll Hall of Fame, θα έρθω τώρα να σχολιάσω ένα θέμα των ημερών που, για την ακρίβεια εκδηλώθηκε και πέρσι, άρα είναι μάλλον εποχιακό πια, ίσως να σχετίζεται είτε με την κλιματική αλλαγή είτε με την αποβλάκωση της meta-COVID πανδημίας. Εννοώ τον Gene Simmons και το κράξιμό του για το ότι hip hop καλλιτέχνες εισάγονται και βραβεύονται από το Rock n Roll Hall of Fame.

Έλα ρε! Για πες μας. Εσύ τώρα, τι είσαι; Ο προστάτης του rock n roll? Από πότε; Όχι γιατί αν όντως είσαι, τότε και εγώ είμαι προστάτης του hip hop, ορκισμένος στρατιώτης του από τα 80ς όταν έπεφτα όχι σε ξύλινο πάτωμα αλλά στο τσιμέντο και την άσφαλτο για να βγάλω b-boy φιγούρες και περήφανα σέρνω πάνω μου μυοσκελετικούς τραυματισμούς που δε θα φύγουν ποτέ. Ας βγάλουμε, λοιπόν, έξω αφού το θες, τις μουσικές μας να τις μετρήσουμε ποιος την έχει πιο μεγάλη. Για πες, εσύ μεγάλε ροκ ν ρολ καλλιτέχνη που ο κόσμος το μόνο που θα θυμάται από το γκρουπ σου θα είναι μια disco επιτυχία και clown μακιγιάζ, ποιος είναι ο αρχιτέκτονας του rock n roll? Ξέρεις να μας πεις; Ποιος είναι ο μπαμπάς σου; Ποιος είναι αυτός που σε κάνει να «scream like a white lady? Shut up!»

Αν δε θυμάσαι, ή αν δεν ξέρεις, γιατί σε έχω ικανό να μη ξέρεις ή να νομίζεις ότι είναι ο Frank Sinatra, ο αρχιτέκτονας του rock n roll, ή με τα δικά σου λόγια, ο θεός εκείνος που μας έδωσε το rock n roll δεν είναι κανένας, είτε γνωστός είτε άγνωστος, από αυτούς που λατρεύονται σε βωμούς και ιερούς ναούς των απανταχού θρησκειών στον κόσμο. Ήταν μαύρος και ήταν από την Τζώρτζια του Νότου. Όχι απλώς προαστιακά ghetto αλλά επαρχιακά μάλιστα. O Little Richard. Και η θεότητα αυτή βοήθησε τον James Brown, το βιολογικό πατέρα του hip hop να προχωρήσει. Ένας άλλος ακόμα από εκείνα τα μέρη, βοήθησε τον James Brown να προχωρήσει και αυτός για να το θέσω επιτέλους, τόσο ορθά κοφτά όσο ποτέ άλλοτε, είναι θα το έλεγα με μορφή τίτλου ο «βασιλιάς των λευκών rockers», ο Elvis Presley. Για τον Elvis οφείλω και δεσμεύομαι να μιλήσω κάποτε και ξέρω ήδη την ταινία rap ενδιαφέροντος στην οποία θα συμβεί αυτό.

Εμένα, πάλι το γεγονός ότι η έδρα του RnRHOF είναι στο Cleveland του Ohio, μου κάθεται τόσο, μα τόσο λογικά, που δε μπορώ να φανταστώ ομαλότερη προσγείωση του Mothership εφόσον το Ohio φημίζεται για τους Players του. Για να παραλάβουν τον Walter «Juni» Morrison έγινε όλο αυτό, με πιάνεις; Παρακάτω θα σου πω και για τον άλλο Morrison, που άκουγε Ινδιάνικα. Ενώ εσύ, τι κι αν είσαι από Νέα Υόρκη, χαμπάρι δεν πήρες από το τι πολιτιστικό και μουσικό χωνευτήρι αποτέλεσε αυτή η μεγαλούπολη. Πέρασες και δεν την άγγιξες. Σιχαινόσουν τα γκέτο της και τη μουσική τους. Αν έχεις πρόβλημα με την εισαγωγή του hip hop στο RnRHOF τότε θα πρέπει να έχεις τουλάχιστον και με τον Gil Scott Heron, τον Harry Belafonte, για να μείνω μόνο σε αυτούς, χωρίς να κάνω λόγο για όλα τα άλλα είδη μουσικής. Αν θες να κάνεις μια κριτική της προκοπής, να κοιτάξεις τα χάλια του δικού σου σπιτιού και τα φωνητικά του σύγχρονου metal και να μας πεις πως από τον Dio, τον Ozzy, τον Di Anno, τον Dickinson, και τον Lemmy φτάσαμε στα γουρουνάκια που γρυλίζουν.

Από την Αγγλία τώρα, ήρθε ένα rock group,  οι Babe Ruth, ναι, ναι, το όνομά τους προς τιμήν του παίκτη που ήταν ο αντίστοιχος Κούδας ή ο Γκάλης αν θες των Yankees (hello…!!! μιλάμε για Bronx, New York, κύριε Simmons), που όταν οι πρώτοι από εμάς b-boys, τότε το καλοκαίρι του 1972, κάνανε τα πρώτα τους block parties στα γκέτο της Νέας Υόρκης, ναι, ναι, της ίδιας πόλης που κατάγεσαι και εσύ κύριε Simmons, (για φαντάσου, τον λένε και Simmons τρομάρα του, σαν τον RUN και τον Russell) οι πρώτοι DJs έπαιζαν την μεγάλη επιτυχία τους το «The Mexican». Μια ροκ επιτυχία. Μα φυσικά. Όχι μόνο γιατί hip hop μουσική δεν υπήρχε ακόμα, αλλά γιατί ακόμα και τώρα είναι πολύ δύσκολο να ορίσεις τι ακριβώς είναι η hip hop μουσική. Τι είναι δικό της και τι δεν είναι. Το έχει περιγράψει, όμως, ο Grandmaster Caz εύστοχα.

Ναι, λοιπόν, όχι μόνο ένα rock anthem είναι ένα από τα μεγαλύτερα b-boy anthems όλων των εποχών, αλλά υπάρχει και μια ακόμα μεγάλη ιστορική αλήθεια γύρω από αυτό. Το The Mexican πρέπει να διδάσκεται στα ντοκιμαντέρ της ιστορίας του sampling. Παρόλο που δεν υπάρχει cut-paste-mix ενός δείγματος, δεν υπήρχαν samplers εκεί τότε, πάρα κανονικά οργανικό παίξιμό του. Προφανώς, εννοώ το «Για μια χούφτα δολάρια» του δασκάλου Ennio Morricone. Το ίδιο (θα πρέπει να) συμβαίνει και στο “Universal Mind” το 1970, των The Doors οι οποίοι έπαιξαν δείγμα από το Afro Blue του Κουβανού Νέγρου μουσικού Mongo Santamaria από το 1959. Άρα, λοιπόν, η rock μουσική ήταν αυτή, κύριε Simmons, που πρώτη εκτίμησε, ας αφήσουμε το τεχνικό και τεχνογνωσιακό «πως», την συναισθηματική αξία των samples, προτού υπάρξει hip hop στα recording studios, παρά μόνο στους δρόμους των γκέτο. Ως αποκορύφωμα όλων αυτών θα αναφέρω τους Rolling Stones οι οποίοι στο Anybody seen my baby σαμπλάρουν hip hop δείγμα και αυτό είναι ίσως το πρώτο και μάλλον το μόνο rock κομμάτι που σαμπλάρει hip hop καλλιτέχνη (Biz Markie).

Ή μήπως κάνω λάθος και δεν υπολογίζω ένα μεγάλο φρικιό που πέρασε από τον πλανήτη και ακόμα αναρωτιόμαστε «τι ήταν αυτό τώρα»; Το άλλο μεγάλο εξωγήινο όν, και αυτό μέλος της αδικοχαμένης γενιάς των 27ρηδων που σημάδεψε την υφήλιο. Ένα χρόνο, λοιπόν, πριν τους Doors, το 1969, o Jimi Hendrix με τον Buddy Miles στα drums και τον Lightnin’ Rod (των Last Poets) στο μικρόφωνο ηχογραφούν ένα πρόχειρο jam που το ονομάζουν Doriella Du Fontaine. Το θρυλικό track παρέμεινε ακυκλοφόρητο στα συρτάρια των Last Poets, μέχρι το 1984, όταν ο Bill Laswell κάνοντας τις απαραίτητες μίξεις μόνο (δεν χρειάστηκε να προσθέσει μπάσο, το είχε περάσει και αυτό ο Hendrix), το κυκλοφορεί στην Celluloid του Έλληνα Jean Karakos. Ωωπ, τι έχουμε εδώ κύριε Simmons? Rap από το 1969 με Hendrix και αραπάδες από το γκέτο!!!;;; Και δεν είναι η πρώτη φορά μάλιστα. Χαλιέσαι ε; το βλέπω! Σαν τους καθώς πρέπει αστούς του Κολωνακίου που θα πρέπει να έφριτταν το 1983, όταν ο εκ των γκέτο της Αγίας Βαρβάρας ορμώμενος, Ινδόγυφτος Μανώλης Αγγελόπουλος είχε ανεβεί και έπαιζε στο λόφο του «Γολγοθά» aka Λυκαβηττός, γυφτολαϊκά στα 10.000 Watt. Ε;;!!! τι δουλειά έχουν τα γκέτο εκεί κ. Simmons;

Είναι απλό. Η μουσική των γκέτο ήταν πάντοτε και θα είναι για πάντα το πρωτόκολλο του hip hop. Αυτή η παγκόσμια και διαχρονική αλήθεια είναι και τίτλος δίσκου των BDP: “Ghetto Music – The Blueprint of Hip Hop”. Κλείνοντας, λοιπόν, τι κλείνοντας δηλαδή, δεν μπορώ να αφήσω το άρθρο να γίνει 500 σελίδες, αν και θα ήθελα να πω τόσα για το rock DNA του hip hop και για το hip hop DNA της rock, θα καταλήξω αυτό το κομμάτι του άρθρου σε δυο συμπεράσματα.

Πρώτον, προφανώς η συνεργασία του πρωτοπόρου πειραματιστή και μοντερνιστή Hendrix με τον Jalal Mansur Nuriddin (aka Lighting Rod) αποδεικνύει ότι αν ο Hendrix ζούσε λίγο ακόμα, θα συνεργαζόταν γκαραντί με τους μελλοντικούς rappers. Για τον δε Hendrix, η καλύτερη αλήθεια που έχω διαβάσει ποτέ είναι πως κάπου στο σύμπαν υπάρχει ένας Γαλαξίας, όχι πλανήτης ούτε ηλιακό σύστημα, αλλά Γαλαξίας με μόλις 4 κατοίκους. Οι υπόλοιποι τρεις είναι ο Sun Ra, o George Clinton και ο Rammellzee.

Δεύτερον, όποιος ροκάρει και ρολάρει έχει δικαίωμα να εισάγεται στο Rock n Roll Hall of Fame. Όποιος και αν είναι, από όποια φυλή, πόλη, χώρα, γλώσσα, προάστειο, γκέτο και είδος μουσικής και να προέρχεται. Και εφόσον είναι έτσι, και εφόσον μαύροι έχτισαν και τη house λίγο μετά το hip hop είναι ώρα να εισαχθεί και η house μουσική στο Rock n Roll Hall of Fame (αν τυχόν δεν έχει ήδη συμβεί κάτι και να το αγνοώ). Γιατί όπως σου ακούγεται στα αυτιά σου το hip hop σήμερα κύριε Simmons, έτσι απαράδεκτοι και αχρείοι ακούγονταν οι rockabillies (rock hillbillies) του Memphis το 1950 στα αυτιά των τότε συντηρητικών Αμερικανών.

Γιατί αν η έγχορδη ηλεκτρική rock με όλες τις μορφές της μάς ευλόγησε ως ανθρωπότητα με το δώρο των guitarists, τότε η γενικότερη ηλεκτρονική μουσική μας ευλόγησε με το δώρο των turntablists (και club DJs). Στα τέλη των 90ς οι πωλήσεις στροφεδρών (turntable record players) είχαν ξεπεράσει τις πωλήσεις των κιθάρων. Αυτά τα δυο είδη βιρτουόζων μουσικών performers με σύγχρονα όργανα είναι το επίτευγμα και η επιτομή της σύγχρονης μουσικής των δυο τελευταίων αιώνων και αυτά τα δυο, για το καλό της μουσικής πρέπει να είναι μονοιασμένα. Υπάρχει, ευτυχώς, ένα καραφρίκουλο που το επισφραγίζει αυτό και αποτελεί απτή απόδειξη με σάρκα και οστά. Ο Buckethead. Μια από τις μούσες του Laswell. Έχει παίξει και με Guns N Roses και Ozzy. Και όταν δεν παίζει κιθάρα, χορεύει popping. Τι άλλο να πω. Εννοείται, ότι η rock (και όχι μόνο) δεν μας έδωσε μόνο σπουδαίους κιθαρίστες αλλά και σπουδαίους drummers, όπως αντίστοιχα τότε εννοείται ότι οι turntablists εμμέσως είναι και drummers, και αν αυτό δεν ικανοποιεί κάποιον τότε υπάρχουν και οι live beatmakers.

Να γυρίσω να πω τα τελευταία λοιπόν για το Tougher than Leather. Κάποιους μικρούς ρόλους έχουν κάποια μεγάλα πρόσωπα και φίλοι των RUN DMC. Για παράδειγμα ο φωτογράφος Glen Friedman και ο ελληνικής καταγωγής μουσικός George Drakoulias, αυτοί οι δυο προφανώς ανήκουν στις γνωριμίες του Rick Rubin. Ο Paradise Gray, μέλος των X-Clan και τρέχον Chief Curator and Advisory Board Member of The Hip Hop Museum είχε ένα μικρό ρόλο στην ταινία. Ψάξτε το βιογραφικό του, ο άνθρωπος είναι θρύλος και στύλος της Αφροκεντρικής εποχής του hip hop.

Ο Cey Adams από τη γενιά των writers που έγιναν διάσημοι μέσα από διεθνή τουρ, ταινίες, περιοδικά, εφημερίδες και εκθέσεις σε γκαλερί είχε ένα μικρό ρόλο στην ταινία. Είναι ο καλλιτέχνης που φιλοτέχνησε το λογότυπο των Beastie Boys και το εξώφυλλο του Fear of a Black Planet των Public Enemy και παραμένει ενεργός μέχρι σήμερα και με συχνές δημόσιες εμφανίσεις σε events και στα social media. Ο Sweet G επίσης ένας MC από το 1983 είχε ένα μικρό ρόλο.

Τώρα στο live των Beastie Boys εμφανίζεται μαζί τους ένας DJ, ίσως να είναι ο Thiggs, ο οποίος δεν ήταν τελικά αληθινά DJ, αλλά πλάκα-πλάκα όποιος και να είναι ό,τι και να απέγινε στη ζωή θα έχει να το λέει ότι ήταν εκεί τότε. Στο δίσκο των Beastie Boys, επομένως, το Licensed to Ill τα λίγα scratches μπορεί να τα πέρασε είτε o Hurricane ή ο RUN  ή ο Jam Master Jay.

Σκέφτομαι, τώρα, ένα τεχνικό skill του group. Τις πάσες που έκαναν μεταξύ τους στο μικρόφωνο ο RUN με τον DMC οι οποίες ήταν πέραν του δέοντος σεμιναριακές όσον αφορά την ταχύτητα, την ακρίβεια και όλο αυτό με οδηγεί στην εξής διαπίστωση. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Jam Master Jay.

Ο JMJ ήταν ο καλύτερος DJ για ένα rap group που πέρασε ποτέ όσον αφορά τα live performances. Τολμώ να πω καλύτερος ακόμα και από τον Grandmaster Flash, με όλο το δέος και το θαυμασμό στο θείο Joe. Σίγουρα ο καλύτερος της εποχής του στην οποία ανήκουν μαζί με αυτόν και ο Mixmaster Ice (UTFO), Jazzy Jeff (Fresh Prince), Cash Money (Marvelous Marv), Grandmaster Dee (Whodini), Joe Cooley (Rodney O),  DJ Scratch (EPMD), και λάβετε υπόψιν σας ότι δυο από αυτούς είναι και παγκόσμιοι πρωταθλητές. Και παρόλο που οι προαναφερθέντες ήταν όλοι τους τεχνικά άριστοι, φαίνεται πως κάτι παραπάνω είχε η χημεία του Jam Master Jay με το συγκεκριμένο rap duo μπροστά του.

Επειδή είχαμε αυτούς τους DJs τότε, φτάσαμε σταδιακά στον Babu (Dilated Peoples), τον Mixmaster Mike με τους Beastie Boys, τον Q-bert με τον Dr Octagon ή τον Egyptian Lover και τους υπόλοιπους. Μιας και έπιασα τα turntablism τεχνικά για άλλη μια φορά, εννοείται πως δράττομαι της ευκαιρίας να σχολιάσω το γεγονός ότι κάποια μηχανήματα φαίνονται στην ταινία. Ένας Gemini μείκτης του κουτιού κυριολεκτικά και δυο Technics SL1200Mk2. Η τοποθέτηση προϊόντος, δηλαδή, ήταν σχετική με την τέχνη του μουσικού «ηθοποιού», ικανοποιώντας έτσι τους οπαδούς του, λειτουργώντας ως οδηγός αγοράς. Προφανώς, είναι τα μηχανήματα και τα skills σου πάνω σε αυτά που από οπαδό θα σε κάνουν καλλιτέχνη και όχι το ντύσιμο.

Οι θρύλοι του rap, οι RUN DMC και ο DJ τους, τελικά θα αξίωναν ένα biopic, όχι λόγω ότι η δολοφονία του Jam Master Jay διευκολύνει ένα κινηματογραφικό τραγικό σενάριο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τον Eazy E και τους NWA, αλλά λόγω του ειδικού βάρους του ονόματός τους στην ιστορία του ραπ. Πολλοί MCs μιμούνταν στα 80ς το flow τους και όπως είπα στην αρχή ήταν και θα είναι θεμελιώδες group. Όταν το γκρουπ εκεί κάπου στο 1994, άρχισε να φθίνει σε δημοτικότητα ο JMJ φαίνεται πως «αγάπησε το φόβο» ότι δε θα τα έβγαζε πέραν, πέρασε στην παρανομία και όπως φαίνεται έπεσε στην παγίδα της διακίνησης ναρκωτικών. Δυστυχώς, ο υπόκοσμος όταν έχει διαφορές μαζί σου δεν υπολογίζει αν είσαι και αν ακόμα ο hitman είναι οπαδός σου. Θα σε φάει όπως και να έχει. Τι αντίφαση καταρχήν να συμβαίνει αυτό από καλλιτέχνες που περνούσαν μηνύματα κατά όλων αυτών των δεινών. Βλέπε και άκου για παράδειγμα την επιτυχία τους “Mary, Mary” και θα καταλάβεις.

Ο RUN, ο DMC και ο Jam Master Jay ήρθαν και άλλαξαν το rap game από την αρχή της καριέρας τους το 1983 και κυριάρχησαν για τα επόμενα 10 χρόνια. Αποτελούν τη rock μορφή της νεότερης μαύρης μουσικής των γκέτο και τη rock ψυχή της rap ερμηνείας. Ανεπιτήδευτα και αυθόρμητα, γιατί αυτά άκουγαν, ακούσματα που προέρχονταν τόσο από το υπόβαθρο της φυλής τους όσο και από το περιβάλλον της πόλης τους. Hollis Queens, New York City.

Some underestimate and miscalculate
My intent to create what I call the great
Till I make a song (song) that I prove ‘em wrong
See my song so strong it’ll make em come along
Come in the door (door), get on the floor
Hard rock hard hitting hip hop hardcore

Loyal-T73

 



Monkey Bros Radio

Tune in || Trip Out

Current track

Title

Artist