Coming² to America (1988)
Written by Loyal T73 on 4 April 2026

Το Coming to America (1988) αποτελεί μια από τις πιο γνωστές ταινίες του Eddie Murphy, στην οποία ξεδιπλώνει το πολυδιάστατο ταλέντο του ως κωμικός, μιας και υλοποιεί την ιδέα των πολλαπλών ρόλων μέσω μεταμφιέσεων. Στις σελίδες που ακολουθούν θα παρουσιάσω τα δυο έργα με μια παράλληλη back 2 back μέθοδο έτσι ώστε να κάνουμε μια σύγκριση μεταξύ τους. Μέχρι εκεί που φτάνουν οι κινηματογραφικές μου γνώσεις και μνήμες (δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου) αυτό είναι από τα λίγα sequel, δυο ταινιών, τις οποίες χωρίζουν 33 χρόνια. Περισσότερα και από την επιστροφή των Blues Brothers, όπου το πρώτο έργο ήταν του 1980 και το δεύτερο του 1998. Νομίζω, πως μια μικρή σύγκριση ειδικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένης οπτικής γωνίας ανάμεσα στα δυο sequels θα είναι χρήσιμη.
Κατά αρχάς είναι και τα δυο του John Landis. Αμφότερα τα δυο sequels επιστρατεύουν μεγάλα ονόματα του μουσικού είδους που τα πλαισιώνουν με το τελικό αποτέλεσμα να είναι στο περίπου musicals. Το συνολικό ειδικό βάρος, όμως, των musicians στα Blues Brothers υπερέχει σαφώς των ονομάτων στα δυο Coming. Με όλο το σεβασμό και την αγάπη προς τους μουσικούς του Coming, δε θα λέγαμε ότι υπάρχει αντιστοιχία που μπορεί να φέρει ισορροπία. Στα Brothers, βλέπουμε James Brown, Aretha, Ray Charles, Isaac Hayes, Eric Clapton κλπ., και στην απέναντι μεριά δεν έχουμε τα ανάλογης βαρύτητας ονόματα, από το hip hop στερέωμα τουλάχιστον, ώστε η ζυγαριά να ισορροπεί.
Βέβαια, θα μου πεις τι περισσότερο ήθελες να γίνει; Το ήδη βαρύ όνομα του σκηνοθέτη μπόρεσε να φέρει αυτούς τους τόσους πολλούς και τόσο μεγάλους και στα δυο sequel. Τι περισσότερο μπορεί να γίνει στην αληθινή ζωή; Ακόμα κι οι άγνωστοι rookie διοργανωτές του Woodstock πάλι ένα ανεπανάληπτο έπος έγραψαν με όλους αυτούς που τελικά κατάφεραν να έρθουν να παίξουν. Για αυτό το σκοπό, λοιπόν αν θες, υπάρχει η ΑΙ τεχνολογία να σου κάνει βίντεο και το πιο τρελό σου όνειρο. Θα δούμε, ωστόσο, το μουσικό κομμάτι πιο κάτω. Πάμε λίγο στο casting.
Ο Cuba Gooding, Jr έχει ένα μικρό ρόλο, χωρίς να συμμετέχει στους διαλόγους και αυτή είναι μια από τις πρώτες του εμφανίσεις στο φακό. Ο Cuba ξεκίνησε ως b-boy στο L.A. με footage από τον ίδιο και το crew του να διασώζεται στο διαδίκτυο. Μάλιστα, χόρευε στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Los Angeles το 1984, δίπλα στον Lionel Richie μαζί με άλλους 100 b-boys. Αν θυμάστε ένα στιγμιότυπο με τον ίδιο στο Jerry Maguire (1996) να βγάζει τη φιγούρα 1990 μέσα στο γήπεδο, τότε να ξέρετε πως δεν παίζει stunt, είναι κανονικά ο Cuba ο ίδιος.
Ο Samuel L Jackson έχει ένα μικρό ρόλο επίσης, και για αυτόν αυτή μάλλον είναι η πρώτη του εμφάνιση σε κινηματογραφική ταινία. Την ίδια χρονιά έπαιξε και στο School Daze το οποίο στο μέλλον θα παρουσιάσω και αυτό. Ο Eddie με τις ταινίες του ανέκαθεν στήριζε πολλούς από τους μαύρους συναδέλφους του, κάτι που βεβαίως έχει κάνει εξίσου καλά και ο Spike Lee με τον οποίο ένα χρόνο μετά συνεργάστηκαν στο Harlem Nights.

Αυτό που είναι ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της ταινίας αυτής, είναι το soundtrack το οποίο κυκλοφόρησε από μια θυγατρική της Atlantic και θα μας δώσει αρκετό πεδίο κουβέντας. Καταρχάς, ως συνθέτης του δηλώνεται ο supemusician Nile Rodgers, ο οποίος κύριος πάσχει από το σύνδρομο τού Μίδα. Καταλαβαίνετε. Οι The System του Mic Murphy που τον ακούσαμε και στο Beat Street με το iconic «Baptize the Beat», δηλώνουν το πρώτο παρόν εισφέροντας το ομώνυμο κομμάτι με τον τίτλο της ταινίας. Όσον αφορά το επίθετο του Mic με τον Eddie, όχι δεν υπάρχει συγγένεια μεταξύ τους από όσο γνωρίζω. Στην επανάληψη της ηχογράφησης, ο Nile έχει στο μικρόφωνο τον John Legend στη θέση του Mic Murphy. Εμένα ρε παιδιά αυτός ο Legend ποτέ δεν μου άρεσε, αλλά ποιος είμαι εγώ εν τέλει;
Η soul και η rhythm n blues μουσική με την τότε τρέχουσα μορφή της, φέρει φανερά σημάδια επιρροής από το διεθνώς πλέον δημοφιλές ραπ. Σιγά—σιγά άλλωστε στα μουσικά media και βραβεία έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται ο όρος R&B σε συνδυασμό με τη “soul”, ως πιο κατάλληλος πλέον για τη μοντέρνα light έκδοση και εξέλιξη του είδους. Και αν το rap θα ήταν ο σκληρός underground urban ήχος και ο τρόπος ερμηνείας που θα στεκόταν, κυρίως στη θέση των παλαιών ειδών, να μιλήσει για δικαιώματα, αγώνες, ρατσισμό, inner city life, τα σύγχρονα blues να το πω εν συντομία, τότε η μεγάλη εμπορική καινοτομία, εύπεπτη και αποδεκτή για το ευρύ κοινό με θεματολογία εστιασμένη πιο πολύ στα ερωτικά θέματα, θα γινόταν το New Jack Swing. Για παράδειγμα, δε θα μπορούσα να φανταστώ το Fight the Power ή το Fuck The Police σε ήχους New Jack Swing. Ήδη, λοιπόν, το New Jack Swing ήταν ενός με δυο χρόνων σε ηλικία. Η μικρή αυτή απόκλιση έχει να κάνει με το τι δέχεται κανείς ως αφετηρία. Κατ΄εμέ, ο Heavy D είναι ο πρώτος εκπρόσωπός του (υπέγραψε στην Uptown Records το 1986).
Οι Sister Sledge, για παράδειγμα, που συμμετέχουν στο soundtrack με το Livin’ the Good Life, δεν θυμίζουν τον ήχο που ξέραμε από αυτές, κάποια χρόνια νωρίτερα ως disco group. Σε αυτό το σημείο, μια σύντομη, πρόχειρη αλλά ουσιαστική διευκρίνιση για τη σχέση της disco και της μαύρης μουσικής. Οι περισσότεροι μαύροι, ως θύματα ρατσισμού περιχαρακωμένοι σε κάποια μέρη της Νέας Υόρκης, μη μπορώντας να μπουν σε κάποιους χώρους διασκέδασης λευκών, έφτιαξαν πολύ απλά τους δικούς τους χώρους, τις δικές τους “discothèques” (δισκοθήκες). Πάνω κάτω, η μουσική τους έμεινε ίδια και με τα χρόνια ο βιολογικός τους αλγό-ρυθμος παρήγαγε και τα υπόλοιπα είδη που ήταν, ούτως ή άλλως, καταγεγραμμένα στο DNA τους, πχ hip hop, house κλπ. Οι Sister Sledge ήταν ένα soul group που κατάφερε να προσαρμοστεί σε διάφορες φάσεις και αλλαγές της κοινωνίας που λάμβαναν χώρα γύρω τους.
Κατάφεραν να ακολουθήσουν τον νέο ήχο της μαύρης μουσικής και να συντονιστούν μαζί με το νέο ρεύμα και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Υπάρχουν όλοι οι συνδυασμοί σε αυτό. Υπάρχουν δηλαδή group και μιλάω για όλα τα είδη μουσικής που όταν πια πάλιωσαν σε ηλικία είπαν να μείνουν πιστοί στον πρώτο παλιό ήχο τους και αυτό ήταν καλό για αυτούς και τους ταίριαζε. Άλλους αυτό μπορεί να τους βύθισε στη γραφικότητα και τη λήθη. Οι άλλοι δυο συνδυασμοί είναι ότι κάποιοι το προσπάθησαν και δεν τους βγήκε και τέλος, κάποιοι τα κατάφεραν αξιοθαύμαστα. Ο Bowie και η Madonna για παράδειγμα τα κατάφεραν. Οι Grand Funk Railroad όχι. Οι Bar-Kays και ο Dr Dre τα κατάφεραν and the list goes on, υποκειμενικά πάντοτε.
Η Nona Hendryx των LaBelle συμμετείχε με το «Transparent», η οποία μέχρι τότε είχε μια συνεργασία και με τους Material του Laswell γεγονός που τη φέρνει ακόμα πιο κοντά στο hip hop κοινό των 80s. To 1983 με τους Material είχε ηχογραφήσει το B-boys, αν και περισσότερο επρόκειτο για λογοπαίγνιο. Οι Υιοί LeVert, οι δυο γιοί δηλαδή του Eddie LeVert, leader των O‘Jays, έγραψαν ένα ομώνυμο κομμάτι με τη Nona, το δικό τους «Transparent». Δε ξέρω τι τους έπιασε. Μήπως ο ρόλος του Eddie Murphy, ως incognito πρίγκηπας τους ενέπνεε από κοινού και τους έφερνε στο νου κάπως την έννοια της διαφάνειας; Πως είναι ο Αόρατος Άνθρωπος του Ralph Ellison ας πούμε;…O Chico Debarge είναι μαζί μας επίσης, ως ευγενική παραχώρηση της Motown. O μεγάλος μπασίστας Michael Rodgers μας έδωσε το «I Like It Like That». Οι αγαπημένες Mel and Kim, Τζαμαϊκανής καταγωγής, έγραψαν το «That’s the Way It Is» και για τέλος αλλά όχι ως ελάχιστη, η λατρευτή μου Laura Branigan πρόσφερε το track «Come Into My Life».
Μετά από όλους αυτούς έρχομαι στο τελικό ζητούμενο, ότι καθαρό αμιγές rap στο πρώτο έργο έχουμε μόνο από τις JJ Fad με το «Coming Correct», ενώ στο δεύτερο έχουμε ποσοτικά περισσότερο rap με σχετικούς καλλιτέχνες. Αίνιγμα και μυστήριο θα έλεγα μου έχει μείνει όλα αυτά τα χρόνια, το γιατί οι δυο εκείνες δίδυμες beatboxers δεν έκαναν καριέρα. Μιλάω για τις Janet και Vanessa Colon γνωστές και ως Double Destiny. Είχαν κάποια δισκογραφία αλλά δεν πήγε μακριά η βαλίτσα από ότι φαίνεται.

Ο Eddie Murphy μέχρι τότε, εκτός από τις πρώτες ταινίες του, είχε κυκλοφορήσει και δίσκους με stand up comedy. Έχω ένα τέτοιο βινύλιο. To 1985, o Eddie είχε ηχογραφήσει το «Party all the time» με τον Rick James. Στο κομμάτι αυτό, ο keyboardist εκεί, είναι πιθανόν να είναι ο Ollie E. Brown, ο μουσικός παραγωγός των soundtracks των Breakin 1 και 2 aka Electric Boogaloo. Στο βίντεο κλιπ είναι σίγουρα κάποιος που του μοιάζει πολύ, χωρίς να με πείθει εντελώς και χωρίς να αναφέρεται στα credits του κομματιού. Έχει ακουστεί, ωστόσο, πως στο συγκεκριμένο video clip παρόντες ήταν διάφοροι παράγοντες της μουσικής βιομηχανίας, από τη μεριά της εταιρίας του Rick James, αλλά και παράγοντες του σινεμά, που αντίστοιχα η παρουσία τους δικαιολογείται λόγω του Eddie Murphy. Ξέρετε πως πάει με τα κοινωνικά party και δεξιώσεις. Είναι σαν τους παπάδες και τους πολιτικούς. Δεν μπορεί να λείπουν ποτέ από τις παρελάσεις. Για τα παιδάκια πάνε.
Στο δεύτερο έργο (2021), η ΑφροΑμερικανική ποπ κουλτούρα με κυριότερη τη ζύμωση του hip hop, έχει περισσότερη εμπλοκή με τη μουσικότητά της στους διαλόγους και τη γλώσσα των σωμάτων στις ερμηνείες. Όχι τότε, ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και στο πρώτο, αλλά στο Coming 2 σίγουρα περισσότερες ατάκες, παροιμιώδεις φράσεις και vernacular slang από το hip hop τρόπο ζωής συναντώνται στους διαλόγους. Στο πρώτο έργο, τη χορογραφία είχε αναλάβει η forever your girl Paula Abdul, ενώ στην επιστροφή η Fatima Robinson έχει να παρουσιάσει ένα εξίσου σπουδαίο βιογραφικό.
Το δεύτερο Soundtrack κυκλοφόρησε από την Def Jam. Αυτό από τη μια είναι κάτι που το βρίσκω τόσο αρμονικό και φυσιολογικό. Σαν να είναι ένας κύκλος στοιχείων της φύσης. Το πρώτο soundtrack ήταν από μια εταιρεία που κυριάρχησε στη soul και τη rhythm n blues και το δεύτερο σε μια εταιρεία που κυριάρχησε στη hip hop δισκογραφία. It’s a family affair. Όμως, this is not the 80s όπως θα έλεγε ο Flavor στο «Public Enemy No1» αλλά τα 2020s, oύτε η Def Jam είναι αυτή που ήξερα. Εννοείται πως θα προωθήσει το νέο αίμα και ήχο της και εδώ ως εξαιρετικά άμπαλος σιωπαίνω. Δεν κατέχω beat. Ναι, υπάρχουν περισσότεροι rap artists από ότι στο πρώτο έργο αλλά δεν είναι του χωραφιού μου. Δεν σκάβω. Οι μόνοι που νιώθω είναι οι Public Enemy με τον Ice T και τον PMD. Έχει όμως κάποιους αξιόλογους Αφρικανούς καλλιτέχνες όπως την Tiwa Savage, τον DaVido, τον Tekno Miles και τους Mi Casa.
Μουσικοχορευτικά το 2 έχει κάποιες ενδιαφέρουσες έως συγκινητικές σκηνές, όπως το «Get Off» tribute στον Prince, την προσαρμογή του «Midnight Train to Georgia» σε «—- from Zamunda» από την Gladys Knight και ένα mashup από τις En Vogue και τις Salt N Pepa που διασκευάζουν το δικό τους «Whatta man» και το «We are Family» των Sister Sledge. Ακούγεται επίσης ένα μέρος του Humpty Dance (Shock G Rest In Peace!) Πέραν του κομμένου σε δίσκο και CD soundtrack υπάρχουν άλλα δυο συνοδευτικά soundtracks. Ναι, αν παραβλέψω τα όσα δεν ανήκουν στα ακούσματά μου αλλά λόγω εποχής δικαιολογείται η παρουσία τους κατά τα άλλα το δεύτερο soundtrack με ικανοποιεί πολύ.

Τα εμβόλιμα πλάνα του πρώτου που κρίθηκαν απαραίτητα να μπουν στο δεύτερο, ίσως να έχουν να κάνουν είτε με το ότι οι νέες γενιές που δεν είδαν τα δυο έργα με τη χρονολογική σειρά, θα μπορούσαν έτσι να συντονιστούν στη ροή, είτε γιατί δύσκολα κρατάς το ίδιο κλίμα και την ίδια χημεία μετά από τόσα χρόνια, οπότε θες ένα botox από τη νεανική και πρωτότυπη μορφή του. Κάτι σαν την παροιμιώδη φράση «να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουνε οι νέοι». Ο κόσμος, όμως, των 1980s με αυτόν των 2020s έχει μεγάλο χάσμα. Είναι σίγουρα μια πρόκληση, αν και όχι ιδιαίτερα δύσκολη, το να γίνει sequel με την παραγωγή να ελπίζει και να στοχεύει στην ίδια επιτυχία και αποτέλεσμα.
Προφανώς, κάπου εδώ τελειώνει το story του πρίγκηπα που μοιραία κάποτε θα γινόταν βασιλιάς. Είναι σαν τον Kevin στο «Μόνος στο σπίτι». Πόσες φορές να τον ξεχάσει η μάνα του. Κάποτε θα μεγάλωνε. Ή αν θέλετε να φέρω ένα ντόπιο παράδειγμα, το τελευταίο «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα» θα ωχριούσε μπροστά στο original για πολλούς λόγους. Μάλιστα δε, μιας κι έχω κάνει την έρευνα για τη σχέση της ελληνικής βιντεοκασσέτας με τα ντόπια πρώιμα ίχνη του hip hop, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο ίδιος ο Μπίλιας έκραζε τη νέα γενιά στη τελευταία Ρόδα ότι δεν μπορούν να νιώσουν.
Όχι, όμως, ότι δεν έχει ενδιαφέρον και γέλιο το δεύτερο Coming. Η βαθμολογία, βέβαια, στο imdb είναι χαμηλή για όποιον τη λαβαίνει υπόψιν του, αλλά πέραν του υποκειμενικού στοιχείου πρέπει να ληφθεί υπόψιν και ο βαθμός δυσκολίας. Οι μαύροι Αμερικάνοι ηθοποιοί καλούνται τώρα να «ξυπνήσουν» μέσα τους τις Αφρικανικές τους κληρονομιές ή ό,τι είναι αυτό που τους έχει απομείνει στο βαθμό που μπορούν να το κάνουν όσο πιο κωμικό μπορούν. Ο Eddie είναι μια σταθερή αξία, natural, δοκιμασμένος, μπαρουτοκαπνισμένος και πλαισιώνεται πάλι τόσο από τον Arsenio Hall, για έσχατη φορά από τον θρύλο James Earl Jones, τον Morgan Freeman αλλά και τον Wesley Snipes, όσο και από νέους ταλαντούχους κωμικούς. Η μαύρη φυλή είναι εγγύηση στη κωμωδία της και η προσπάθεια πρέπει να εκτιμηθεί.

Ένα από τα σημαντικότερα στιγμιότυπα της πρώτης ταινίας μεγάλης ιστορικής σημασίας είναι μια σκηνή στο τέλος. Τα βαγόνια που χρησιμοποίησαν στην τελευταία σκηνή με το τρένο ήταν βαγόνια μοντέλου R38. Η σελίδα imdb, τώρα, λέει ότι χρησιμοποίησαν ένα τρένο 4 βαγονιών και γύρισαν στον διάσημο σταθμό κοντά στο σταθμό του μουσείου NY Transit, όπου έχουν μια δωρεάν γραμμή που χρησιμοποιούν για ταινίες, πολλές από τις οποίες κατασκευάστηκαν εκεί. Επί λέξει σας το επισυνάπτω: «Η σκηνή του μετρό μεταξύ του Prince Akeem και της Lisa McDowell έλαβε χώρα σε ένα νοικιασμένο τρένο τεσσάρων βαγονιών στη γραμμή IND, το οποίο λειτουργούσε σε μία από τις δύο αχρησιμοποίητες γραμμές στον σταθμό Hoyt-Schermerhorn Street του Brooklyn».
Υποτίθεται ότι θα γινόταν στο Queens, αλλά γυρίστηκε στο Brooklyn σε εκείνη την ειδική αχρησιμοποίητη γραμμή για εξυπηρέτηση. Έβαλαν ψεύτικες πινακίδες σταθμού στις κολόνες για να μοιάζουν με γραμμή του μετρό της Λεωφόρου Queens, αλλά κάνουν ψεύτικα πράγματα σαν κι αυτό στις ταινίες, αφού κανείς εκτός Νέας Υόρκης δεν θα το πρόσεχε καν στον κινηματογράφο. Ένας λόγος που μου αρέσει αυτή η ταινία και σας την παρουσιάζω σήμερα είναι ότι εκείνα τα τρένα ήταν με μερικά από τα τελευταία βαγόνια με burners. Αυτό ήταν το εκπληκτικό της υπόθεσης. Χρησιμοποίησαν αυτά τα βαγόνια και όχι τα εντελώς καθαρά βαγόνια που ήταν διαθέσιμα. Δεν ήταν λοιπόν σε μια κανονική γραμμή τρένου, αλλά στις γραμμές του κινηματογράφου, ας το πούμε έτσι… Αυτά τα βαγόνια ήταν στο τρένο “Α” εκείνη την εποχή και ο σταθμός της οδού Hoyt ήταν εκεί που σταματούσε το κανονικό τρένο “Α” ούτως ή άλλως. Αυτή η γραμμή ονομαζόταν IND, από την Independent Company που έφτιαξε αυτή τη γραμμή.
Η προπαραγωγή ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1987, με τα κύρια γυρίσματα να ξεκινούν στις 4 Ιανουαρίου 1988 στη Νέα Υόρκη. Εκεί, η παραγωγή μαστιζόταν από «διαλείπουσες χιονοθύελλες» κατά τη διάρκεια πέντε εβδομάδων γυρισμάτων. Οι τοποθεσίες στη Νέα Υόρκη περιλάμβαναν ένα εξωτερικό διαμέρισμα στην περιοχή Williamsburg του Brooklyn, το Madison Square Garden, την Van Wyck Expressway, ένα πλυντήριο αυτοκινήτων στο Queens, κοντά στη Γέφυρα του Brooklyn, το ξενοδοχείο Waldorf Astoria και ένα εστιατόριο fast food Wendy’s στη λεωφόρο Queens που λειτουργούσε και ως «εστιατόριο McDowell’s». Τα καφέ φιμέ παράθυρα που τύλιγαν τις τρεις πλευρές του εστιατορίου Wendy’s αντικαταστάθηκαν με πλαστικό ουδέτερης πυκνότητας για τα γυρίσματα.
Στο σημείο αυτό, θα αποκαλύψω-διαφημίσω μια από τις πηγές μου. Θα μου πεις ένας στρατιώτης του δρόμου δεν κάνει τέτοια πράγματα, όμως δεν είπα ότι θα προδώσω φίλο αλλά ότι θα τον βοηθήσω, ως hip hop συγγραφέας και εγώ, διαφημίζοντάς τον ώστε να πουλήσει το βιβλίο του. Πρόκειται για το βιβλίο Making All Stops στο οποίο ένας από τους βασικούς δημιουργούς του είναι ένας Έλληνας μετανάστης στην Νέα Υόρκη. Το βιβλίο αυτό αφορά την ιστορία του μετρό της Νέας Υόρκης, και οι φίλοι μας εκεί έχουν μια ενότητα κριτικών ταινιών για όλες τις ταινίες που βρήκαν γυρισμένες από το 1970 έως το 1989. (Εννοείται το Warriors είναι μέσα!) Η εργασία τους αυτή είναι μία γραμμή κριτικής ανά ταινία και ένα σύστημα αξιολόγησης. Φτάνει περίπου 4 ή 5 σελίδες συνολικά.
Κανένα άλλο βιβλίο που γνωρίζω αφιερωμένο στο μετρό της Νέας Υόρκης δεν έχει κάτι κοντά σε αυτό το είδος περίληψης. Περιλαμβάνει κριτικές για τηλεοπτικές ταινίες που γυρίστηκαν σε μια χρονολογία 20 ετών. Ελπίζω να κέντρισα το ενδιαφέρον σας και ίσως να θέλατε να δείτε το βιβλίο και για αυτόν τον λόγο, εκτός από τις φωτογραφίες. Στο Instagram μπορείτε να βρείτε το account “makingallstops” και να επικοινωνήσετε μαζί τους στο onlythebestbooks@yahoo.com. Και πείτε ότι είστε από εμένα…
Το έργο μας, σήμερα, χρονολογείται ξαναλέω το 1988. Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση τού Subway Art και ένα χρόνο μετά την έκδοση τού Spraycan Art. Κάπου εκεί σβήνει η χρυσή εποχή του writing στα αμερικανικά τραίνα. Αυτή, που τόσο ευγνώμονες είμαστε σε κινηματογραφιστές όπως ο Henry Chalfant, o Tony Silver (R.I.P.,) o Charlie Ahearn και φωτογράφους, όπως η Martha Cooper, για το γεγονός ότι απαθανάτισαν σε celluloid και ότι άλλο υλικό format τα πρώτα χρόνια του hip hop τυφώνα.

Ο λόγος που το υπενθυμίζω αυτό είναι ότι, εφόσον κάπου εκείνα τα χρόνια σβήνει η χρυσή εποχή του Rolling Steel, από εκεί κι έπειτα εγέρθηκε η Ευρώπη να στηρίξει την κουλτούρα. Σε όλες τις τέχνες μας. Αλλά κρατάμε το πάτωμα και τις γιάρδες. B-boying και Aerosol Spray Paint Writing. Ως αποκορύφωμα, κρατώ το παρασκήνιο στα γυρίσματα του Whole Train του Florian Gaag όπου σύμφωνα με την ιστορία, η τότε κυβέρνηση της Τσεχίας (διότι εκεί γυρίστηκε η ταινία) έδωσε άδεια να βαφτεί το τραίνο της ταινίας και να κυκλοφορεί συγκεκριμένες ώρες, προκειμένου να γυριστεί η ταινία. Η ταινία-τερματικός σταθμός την οποία ο σκηνοθέτης της ταινίας-αφετηρίας aka Charlie Ahearn (Wild Style), παραδέχτηκε πως ξεπέρασε το Wild Style.
To Coming to America, σαφώς, αναφέρεται στο αμερικανικό όνειρο στο οποίο και οι πάλαι ποτέ Αφρικανοί σκλάβοι, πλέον ΑφροΑμερικανοί πολίτες έχουν δικαίωμα από ένα κομμάτι της πίτας. O Eddie υποδύεται ένα πρίγκηπα που θα γινόταν βασιλιάς στη χώρα του. Δεν του έλειπε τίποτα, οικειοθελώς ταξίδεψε ως ελεύθερος άνθρωπος ως εκεί και όχι ως σκλάβος, προκειμένου να εξερευνήσει τον υπόλοιπο κόσμο και να κατακτήσει κάτι με την αξία του, χωρίς να του δοθεί δωρεάν λόγω της ευγενούς καταγωγής του. Ήδη μέχρι τότε, εντός των ΗΠΑ είχαν ανατείλει τα άστρα πολλών μεγάλων έγχρωμων ηρώων. Ξεκινώντας από τον Sugar Ray, τον Jim Brown, τον Muhammed Ali και φτάνοντας στους αστέρες του ΝΒΑ αλλά και όλων των άλλων σπορ και της μουσικής. Αν ανοίξω όμως τη γεωγραφική βεντάλια και συμπεριλάβω τον Πελέ, τον Bob Marley, τον Fela Kuti και τον Bruce Lee, το δίδαγμα είναι ότι παντού μπορείς να τα καταφέρεις και ότι οι ΗΠΑ δεν είναι η promised land.

«Παρθήκαμε ως σκλάβοι, γυρίσαμε ως πρωταθλητές της μουσικής και του αθλητισμού» είχε πει ο Don King στο When we were kings – Rumble in the jungle, όταν ο πρωταθλητής Muhammed Ali θα πάλευε για τον παγκόσμιο τίτλο και ο πρωταθλητής James Brown θα πλαισίωνε την όλη τελετή με τη μουσική υπόκρουση. Ο λόγος που φέρνω τον James Brown για άλλη μια φορά στο προσκήνιο, είναι το γεγονός ότι τέσσερα χρόνια πριν, για τις ανάγκες του Rocky IV είχε γράψει το Living in America, του οποίου οι στίχοι διαπραγματεύονται ακριβώς το ίδιο θέμα. Ένας Ιταλός πυγμάχος, γόνος Ιταλών μεταναστών διεκδικεί και αυτός με τη σειρά του το αμερικανικό όνειρο για το οποίο οι γονείς του ξενιτεύτηκαν. Όλοι στην Αμερική, άλλωστε, είναι μετανάστες.
Μάλιστα δε, ο James Brown αναφέρεται στον Eddie Murphy ονομαστικά μέσα σε αυτό το κομμάτι. Ήταν αυτό τυχαίο ή όχι; Ήταν προγραμματισμένο ή μη, αιτία ή αφορμή ότι επρόκειτο να γυριστεί κάποτε μια ταινία με τίτλο Coming to America, επομένως το name dropping ήταν εμμέσως προφητικό; Μάλλον από όσο διαβάζω τα διάφορα δρώμενα. Οι δυο άντρες πάντως είχαν δεδομένα καλές σχέσεις. Υπάρχει ένα γνωστό βίντεο όπου ο James ζητά από τον Eddie να τον μιμηθεί ζωντανά on stage μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο, κάπου πριν το 1984. Φυσικά, ο ταλαντούχος μίμος κωμικός εκεί στο βίντεο τα καταφέρνει εξαιρετικά, μιας και η μίμηση της φωνής του James Brown ήταν εξ αρχής ένα από τα νούμερα στο ρεπερτόριό του.
Ο αειθαλής και πάντοτε δραστήριος Eddie Murphy στην πορεία της καριέρας του, όπως ξέρουμε γύρισε την ταινία για τη ζωή του Rudy Dolemite, ένα από τα μεγαλύτερα ινδάλματά του και κάποια στιγμή, πριν χρόνια είχε ακουστεί πως θα γυριζόταν ταινία για την ζωή του George Clinton και ο ρόλος είχε προταθεί στον Eddie, αφού χρόνια πριν είχε ακουστεί πως επίσης είχε προταθεί στον μαδαφάκα Samuel. Αν αυτό συμβεί θα έχει κλείσει τον κύκλο του πλήρης έργων. Μέχρι τώρα όμως σιωπή ιχθύος.
Ίσως γιατί το Mothership έχει ακόμα καύσιμο στο ντεπόζιτο.